Αυξάνεται το κόστος παρά την άνοδο στις παραγγελίες οπλικών συστημάτων παγκοσμίως. Επιτακτική η αύξηση του ποσοστού της εγχώριας συμμετοχής
Εκτός από τον πληθωρισμό που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας με την αύξηση των τιμών των καταναλωτικών προϊόντων και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης, πλέον είναι εμφανής ο «στρατιωτικός πληθωρισμός», δηλαδή η συνεχής αύξηση τιμών των προϊόντων της αμυντικής βιομηχανίας που αρχίζει να κατατρώγει τους αμυντικούς προϋπολογισμούς.
- Από τον Περικλή Ζορζοβίλη
Παρατηρείται δε το εξής παράδοξο: Η κατά την παρούσα περίοδο ραγδαία αύξηση των αμυντικών δαπανών παγκοσμίως, και ως συνεπεία αυτής η αύξηση του όγκου των παραγγελιών οπλικών συστημάτων, δεν οδηγεί σε μείωση του κόστους τους λόγω αυξημένης παραγωγής, αλλά σε αύξηση! Πρόκειται για ένα πιεστικό και δισεπίλυτο πρόβλημα που αφορά όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Ας σημειωθεί ότι η διαρκής αύξηση του κόστους των αμυντικών προϊόντων δεν είναι πρωτόγνωρη. Αποτελεί καταγεγραμμένη, διαχρονική, «συστημική» τάση, που όμως δεν οφείλεται αποκλειστικά στον πληθωρισμό, αλλά πρωτίστως στην εξίσου διαρκή επαύξηση των επιδόσεων κάθε νέας γενεάς προϊόντων που επιτυγχάνεται με την ενσωμάτωση ευρέος φάσματος νέων τεχνολογιών που η ανάπτυξη, η ωρίμανση και η ολοκλήρωσή τους υπέχει σημαντικό κόστος.
Παραδείγματος χάριν, τα σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, άρματα μάχης, πλοία επιφανείας, υποβρύχια και άλλα οπλικά συστήματα σε σχέση με τα προηγούμενων γενεών ή προγενέστερων εκδόσεων που αντικαθιστούν σε υπηρεσία έχουν πολλαπλάσια ηλεκτρονικά συστήματα. Οπως ισχύει και για προϊόντα ευρείας χρήσης όπως τα ιδιωτικής χρήσης οχήματα.
Σήμερα ο βασικός εξοπλισμός ενός μέσου οχήματος ιδιωτικής χρήσης περιλαμβάνει 30 έως 50 ηλεκτρονικές μονάδες ελέγχου, που πρακτικά αποτελούν υπολογιστές. Η λειτουργία τους απαιτεί την ανάπτυξη λογισμικού που αποτελεί χρονοβόρα και, το κυριότερο, υψηλού κόστους διαδικασία, πρωτίστως λόγω του προσωπικού υψηλού επιπέδου εξειδίκευσης που απαιτεί. Το ίδιο ισχύει και για την ολοκλήρωσή τους σε ενιαίο λειτουργικό σύστημα. Σε αυτή τη «συστημική» αύξηση του κόστους έρχεται να προστεθεί το παράδοξο που παρατηρείται σήμερα και το οποίο αφορά την ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Η ζήτηση ενισχύεται ραγδαία λόγω της πολύ σημαντικής αύξησης των αμυντικών προϋπολογισμών. Στις ΗΠΑ ο πρόεδρος Τραμπ έχει ανακοινώσει ότι ο αμυντικός προϋπολογισμός για το οικονομικό έτος 2027 θα ανέλθει σε 1,5 τρισ. δολάρια, αυξημένος κατά 42% σε σχέση με το 2026. Στην Ευρώπη η επίτευξη του στόχου για τη διάθεση ποσοστού 3,5% επί του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) για την άμυνα θα προσθέσει σε ετήσια βάση περίπου 1,1 τρισ. ευρώ στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς προϋπολογισμούς. Παρόμοιες αυξητικές τάσεις καταγράφονται και στην Ασία, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ιαπωνία που μεταξύ 2020 και 2024 αύξησε τις αμυντικές δαπάνες κατά 40%.
Ομως παγκοσμίως η προσφορά αδυνατεί να ικανοποιήσει την ταχέως αυξανόμενη ζήτηση, με αποτέλεσμα αυτή η αναντιστοιχία να προκαλεί άνοδο των τιμών, πληθωριστικές τάσεις και επιμήκυνση των χρονοδιαγραμμάτων παράδοσης. Αμεση συνέπεια του «στρατιωτικού πληθωρισμού» είναι η μείωση της ποσότητας των προς προμήθεια αμυντικών προϊόντων που πυροδοτεί έναν γνώριμο φαύλο κύκλο. Τα κόστη έρευνας, ανάπτυξης, δοκιμών και πιστοποίησης επιμερίζονται σε μικρότερο αριθμό προϊόντων, με αποτέλεσμα τη δραματική αύξηση της μοναδιαίας τιμής, που με τη σειρά της οδηγεί σε περαιτέρω περικοπή της ποσότητας. Χώρες με ισχυρή οικονομία έχουν την επιλογή διάθεσης πρόσθετων πιστώσεων προκειμένου να διατηρηθεί αμετάβλητη η ποσότητα, αλλά για χώρες με μικρότερες οικονομικές δυνατότητες η περικοπή είναι αναγκαστική.
Οι λόγοι για τους οποίους η προσφορά αδυνατεί να ικανοποιήσει την αυξημένη ζήτηση δεν είναι άγνωστοι. Η αυξημένη παραγωγή απαιτεί τις αναγκαίες ποσότητες πρώτων υλών, εξειδικευμένο προσωπικό, με την κατάλληλη κατάρτιση, πιστοποίηση και εμπειρία και παραγωγικές εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση αποτελεί η ομαλή λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας σε όλα τα επίπεδά της. Δυσκολία στην πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες (όπως π.χ. οι σπάνιες γαίες) ή αυξημένος ανταγωνισμός για την προμήθειά τους αποτελούν αίτια αύξησης του κόστους και πρόκλησης καθυστερήσεων.
Αδυναμίες στην οργάνωση και στον συντονισμό της εφοδιαστικής αλυσίδας μπορούν εύκολα να εκτροχιάσουν περισσότερο ή λιγότερο φιλόδοξα χρονοδιαγράμματα παραγωγής, όπως έχουν ήδη διαπιστώσει η Airbus και η Boeing στην παραγωγή αεροσκαφών πολιτικής αεροπορίας, λόγω, μεταξύ άλλων, και της αδυναμίας των υποκατασκευαστών να παράγουν τον αναγκαίο αριθμό καθισμάτων επιβατών της οικονομικής θέσης.
Aναβάθμισή
To ίδιο κρίσιμες είναι οι παραγωγικές εγκαταστάσεις και ο εξοπλισμός παραγωγής, που όμως η επέκταση και αναβάθμισή τους απαιτεί σημαντικές επενδύσεις και χρόνο. Σε κάποιους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας ο απαιτούμενος χρόνος δεν είναι απαγορευτικός. Για παράδειγμα, το 2024 ο στρατός των ΗΠΑ, αφού τη διετία 2022-2023 δαπάνησε 576 εκατ. δολάρια ΗΠΑ (488 εκατ. ευρώ) για να την κατασκευάσει, έθεσε σε λειτουργία την πρώτη αυτοματοποιημένη πολυχρηστική γραμμή [παραγωγής] βλημάτων πυροβολικού (Universal Artillery Projectile Line) που με ελάχιστες τροποποιήσεις έχει δυνατότητα εναλλασσόμενης παραγωγής μεταλλικών μερών πυρομαχικών διαμετρήματος από 60 έως 155 χλστ. Αντίθετα, σε άλλους τομείς, όπως στη ναυπηγική βιομηχανία, ο χρόνος που απαιτείται είναι σημαντικά μεγαλύτερος για τη σημαντική αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων.
Σε ό,τι αφορά το υψηλής εξειδίκευσης προσωπικό, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των αμυντικών προϊόντων καθιστά μοναδική επιλογή την απασχόλησή του. Ομως ταυτόχρονα συνεπάγεται αυξημένο μισθολογικό κόστος και παροχών ώστε να αποτελεί ανταγωνιστική επιλογή σε σχέση με άλλους τομείς της βιομηχανίας. Κόστη εύρεσης προσωπικού, εκπαίδευσης, πιστοποίησης και επιμόρφωσης μπορεί να επιβαρύνουν τον ισολογισμό των εργοδοτών, είναι όμως άκρως αναγκαία για την ανανέωση και την ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Για τη χώρα μας ο «στρατιωτικός πληθωρισμός» αποτελεί σημαντική απειλή σε εξοπλιστικό και βιομηχανικό επίπεδο. Στο πρώτο, καθώς απαιτεί τη διάθεση πρόσθετων οικονομικών πόρων για την προμήθεια των αναγκαίων ποσοτήτων αμυντικών προϊόντων που επιβάλλει η επίτευξη των στόχων της Πολιτικής Εθνικής Ασφάλειας, και οι οποίοι αργότερα ή γρηγορότερα θα εξαντλήσουν τις αντοχές της εθνικής οικονομίας.
Για αυτό τον λόγο καθίστανται άμεσα επιτακτικές η αύξηση του ποσοστού της εγχώριας βιομηχανικής συμμετοχής και ταυτόχρονα η συστηματική συμμετοχή σε διμερή και πολυμερή προγράμματα που αφενός επιμερίζουν το κόστος έρευνας, ανάπτυξης, δοκιμών, πιστοποίησης και παραγωγής και αφετέρου λόγω μεγέθους δημιουργούν σταθερό περιβάλλον για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων για την ανάπτυξη των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων.
Στο βιομηχανικό επίπεδο, καθώς επιβάλλει την προσεκτική επιλογή των κρίσιμων τομέων που θα αποδοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη τους ώστε με αξιώσεις να μπορέσουν να ενταχθούν στον ευρωπαϊκό καταμερισμό που αρχίζει να σχηματοποιείται.
«Θύματα» δύο εξοπλιστικά προγράμματα της Ελβετίας
Χαρακτηριστικά θύματα του «στρατιωτικού πληθωρισμού» αποτελούν δύο μείζονα εξοπλιστικά προγράμματα της Ελβετίας, χώρας παραδοσιακά χαμηλού πληθωρισμού. Το πρώτο αφορά την προμήθεια 36 μαχητικών F-35A Lightning II για την οποία τον περασμένο Δεκέμβριο αποφασίστηκε η περικοπή του αριθμού των προς προμήθεια μαχητικών (πιθανά σε 30) ώστε το κόστος να περιοριστεί εντός του εγκριθέντος προϋπολογισμού των 6 δισ. ελβετικών φράγκων (περίπου 6,5 δισ. ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία).
Το δεύτερο αφορά την ύψους 2 δισ. ελβετικών φράγκων (2,16 δισ. ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία) προμήθεια πέντε πυροβολαρχιών του συστήματος αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας Patriot, το οποίο αντιμετωπίζει καθυστέρηση στις παραδόσεις τουλάχιστον πέντε ετών και πιθανή αύξηση του κόστους έως 50%.




