Σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η απαγόρευση φιλοπαλαιστινιακών διαδηλώσεων, κυρίως όταν οι συμμετέχοντες φωνάζουν συνθήματα που καλούν σε ιντιφάντα ανέφερε ο Βρετανός πρωθυπουργός. Σύμφωνα με τον Κιρ Στάρμερ «έχουμε περάσει σε ένα εντελώς άλλο επίπεδο», μετά την αντισημιτική επίθεση που σημειώθηκε την Τετάρτη, την οποία η βρετανική αστυνομία χαρακτήρισε «τρομοκρατική» και από την οποία τραυματίστηκαν δύο εβραίοι στη συνοικία Γκόλντερς Γκριν του Λονδίνου.
Παράλληλα ο Στάρμερ δεσμεύθηκε ότι η κυβέρνησή του θα κάνει «ό,τι είναι δυνατό για να εξαλείψουμε αυτό το μίσος» και μεταξύ των μέτρων στα οποία αναφέρθηκε είναι και ισχυρότερες εξουσίες για την αναστολή λειτουργίας φιλανθρωπικών ομάδων που προωθούν τον εξτρεμισμό και την καταστολή των «ιεροκηρύκων του μίσους».
Σε συνέντευξή του εν τω μεταξύ στο BBC, τάχθηκε υπέρ της υιοθέτησης αυστηρότερων κανονισμών σχετικά με συνθήματα δηλώνοντας ότι «πολλά μέλη της εβραϊκής κοινότητας» έχουν παραπονεθεί για τον «επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα» των φιλοπαλαιστινιακών κινητοποιήσεων, προσθέτοντας ότι «υπάρχουν περιπτώσεις» στις οποίες η απαγόρευση μπορεί να είναι απαραίτητη.
«Είμαι ένθερμος υποστηρικτής της ελευθερίας της έκφρασης και των ειρηνικών διαδηλώσεων. Αλλά όταν ακούγονται συνθήματα όπως “Παγκοσμιοποίηση της Ιντιφάντα” αυτό είναι εντελώς απαράδεκτο» και «χρειάζεται να υπάρξει ισχυρότερη δράση», τόνισε ο Στάρμερ. Αναφέροντας ότι το σύνθημα «θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνο από την εβραϊκή κοινότητα» πρόσθεσε ότι διεξάγονταν συζητήσεις «εδώ και αρκετό καιρό» με την αστυνομία σχετικά με αυτό το θέμα.
Τον Δεκέμβριο η αστυνομία του Λονδίνου και του Μάντσεστερ είχαν ήδη ανακοινώσει την πρόθεσή τους να συλλαμβάνουν όποιον χρησιμοποιεί το σύνθημα «Παγκοσμιοποίηση της Ιντιφάντα», μια αναφορά στις παλαιστινιακές εξεγέρσεις κατά του ισραηλινού στρατού το 1987-1993 και ξανά στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Η Βρετανία αύξησε την Πέμπτη το επίπεδο τρομοκρατικής απειλής σε «σοβαρό» από «σημαντικό» που σημαίνει ότι μια τρομοκρατική επίθεση είναι πολύ πιθανό να σημειωθεί τους επόμενους έξι μήνες, με την κυβέρνηση να επικαλείται την άνοδο «της ισλαμιστικής και της ακροδεξιάς απειλής».
Από τα τέλη Μαρτίου έχουν καταγραφεί εμπρησμοί και απόπειρες εμπρησμών που είχαν στόχο συναγωγές σε αρκετές συνοικίες στο βορειοδυτικό τμήμα του Λονδίνου, όπου ζει μια σημαντική εβραϊκή κοινότητα. Από τα περιστατικά αυτά δεν έχουν υπάρξει τραυματίες, αλλά έχουν ενισχύσει την ανησυχία των εβραίων, κυρίως και μετά την επίθεση εναντίον συναγωγής του Μάντσεστερ τον Οκτώβριο η οποία κόστισε τη ζωή σε δύο ανθρώπους.




