Με μια σπάνια παρέμβαση δριμύτατης κριτικής προς την εκτελεστική εξουσία ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βασίλης Φλωρίδης, εξαπέλυσε μια σφοδρή, ευθεία επίθεση κατά του πολιτικού συστήματος και, κατ’ επέκταση, της κυβέρνησης, η οποία τυγχάνει να έχει ως Υπουργό Δικαιοσύνης τον αδελφό του, Γιώργο Φλωρίδη!
Η συνέντευξή του στον Alpha Radio 98,9 δεν ήταν απλώς μια ηχηρή παρέμβαση, αλλά ένα πραγματικό «ράπισμα» στο καθεστώς ασυλίας των πολιτικών προσώπων και μια βαριά προειδοποίηση για την εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης.
Ο Βασίλης Φλωρίδης, σχολιάζοντας τις καταιγιστικές εξελίξεις γύρω από τα διαδοχικά σκάνδαλα που πλήττουν το κυβερνών κόμμα, καυτηρίασε το ισχύον πλαίσιο περί ευθύνης υπουργών και βουλευτών, υποστηρίζοντας ότι καλλιεργεί ένα επικίνδυνο αίσθημα ατιμωρησίας.
«Δυστυχώς η Δικαιοσύνη έχει γίνει παιχνίδι στα χέρια των πολιτικών και αυτό είναι τραγικό λάθος. Όταν ο άλλος γνωρίζει, είτε είναι υπουργός είτε πολίτης είτε οποιοσδήποτε, ότι είναι ακαταδίωκτος, προφανώς θα τελέσει εγκλήματα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος», τόνισε χαρακτηριστικά.
Ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός χαρακτήρισε «απαράδεκτη» την συνταγματική προστασία που παρέχεται στους πολιτικούς.
«Με το άρθρο 86 του Συντάγματος, η προστασία η οποία παρέχεται σε αυτούς είναι για μένα απαράδεκτη», δήλωσε, ξεκαθαρίζοντας τη θέση του. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι αποκαλύψεις του για τη διαδικασία διαβίβασης δικογραφιών στη Βουλή, μια διαδικασία που, όπως άφησε να εννοηθεί, λειτουργεί ως «πλυντήριο» ευθυνών.
Στην περίπτωση των υπουργών, «ο εκάστοτε εισαγγελέας δεν μπορεί βάσει του άρθρου 86 να κάνει τίποτα και πρέπει να στείλει τη δικογραφία στη Βουλή για να αποφασίσει για τα περαιτέρω», εξήγησε, ενώ για τους βουλευτές σημείωσε με νόημα: «Εδώ και 20 χρόνια, όταν βλέπω βουλευτή, η δικογραφία κλείνει απευθείας και διαβιβάζεται».
Ο κ. Φλωρίδης δεν παρέλειψε να σχολιάσει και τις πρόσφατες, ενορχηστρωμένες επιθέσεις κορυφαίων γαλάζιων στελεχών κατά προσώπων της Δικαιοσύνης, φέρνοντας ως παράδειγμα την εισαγγελική λειτουργό Πόπη Παπανδρέου.
Υπενθύμισε με νόημα ότι η ίδια «ως οικονομολόγος της εισαγγελίας είχε χειριστεί το θέμα των υποβρυχίων, σχημάτισε τη δικογραφία για τον μακαρίτη τον Άκη Τσοχατζόπουλο, εκτέλεσε το ένταλμα και τον συνέλαβε στο σπίτι του», προσθέτοντας με φανερή ειρωνεία: «Τότε ήταν καλή» ενώ τώρα όχι;
Προκειμένου να μπει ένα τέλος σε αυτό το καθεστώς αδιαφάνειας και ατιμωρησίας, ο Αντιεισαγγελέας πρότεινε τη δημιουργία ενός ειδικού, ανεξάρτητου μηχανισμού ελέγχου.
«Θα βάλουμε ορισμένες δικλείδες, θα βάλουμε κληρώσεις εισαγγελέων οι οποίοι θα ερευνούν όλες τις υποθέσεις και στη συνέχεια θα αξιολογούν ποινικά ποιες πρέπει να πάνε προς τη Βουλή ή όχι», εξήγησε, τονίζοντας ότι «πρέπει να γίνει αξιολόγηση ποινικού φακέλου από όργανο ανώτατων εισαγγελέων», διότι, όπως κατέληξε, «το ακαταδίωκτο αποτελεί εστία διαφθοράς στη χώρα μου».