Αρκετά ηγετικά στελέχη των Εργατικών επεξεργάζονται σχέδιο ώστε να ορίσει ημερομηνία παραίτησης, μετά και τις προχθεσινές τοπικές εκλογές στην Αγγλία
- Από τη Μαρία Δεναξά
Ο πρωθυπουργός των Εργατικών Κιρ Στάρμερ βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση μετά και τη διεξαγωγή των τοπικών εκλογών της Πέμπτης. Αρκετές ηγετικές προσωπικότητες του κόμματός του επιδιώκουν να τον αντικαταστήσουν.
Ο θριαμβευτής της εκλογικής νίκης του 2024 για την ανανέωση του βρετανικού Κοινοβουλίου βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Αρκετά ηγετικά στελέχη των Εργατικών επεξεργάζονται σχέδιο, ώστε να απαιτήσουν από τον Βρετανό πρωθυπουργό να ορίσει ημερομηνία παραίτησης μέσω ανοιχτής επιστολής μετά και τις τοπικές εκλογές που διεξήχθησαν στην Αγγλία. Ορισμένοι υπουργοί του Στάρμερ προσπαθούν να περιορίσουν την ανταρσία, εξηγώντας στους βουλευτές τους ότι μια ανατροπή του επικεφαλής της κυβέρνησης και του Εργατικού Κόμματος θα μπορούσε να προκαλέσει εσωκομματικό «χάος», από το οποίο οι Εργατικοί δύσκολα θα ανέκαμπταν.
Μέσα σε δύο χρόνια ο Κιρ Στάρμερ δεν κατάφερε να πείσει τους Βρετανούς ότι ενεργούσε υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικών τάξεων. Η υπόθεση του Πίτερ Μάντελσον, ο οποίος διορίστηκε πρέσβης στην Ουάσινγκτον, παρότι η Ντάουνινγκ Στριτ γνώριζε τις σχέσεις του με τον παιδόφιλο Τζέφρι Επσταϊν, έπληξε την εικόνα του Βρετανού πρωθυπουργού. Πολλοί τον κατηγορούν ότι του λείπει το θάρρος και ότι προσπαθεί να διατηρήσεις τις ισορροπίες με την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ, πότε αντιστεκόμενος στις επιθέσεις του Λευκού Οίκου και πότε υποχωρώντας στις πιέσεις του. Σε οικονομικό επίπεδο, η αβεβαιότητα και οι ανησυχητικές προοπτικές για τον πληθωρισμό στη Βρετανία αναστατώνουν τις αγορές. Τα επιτόκια έφτασαν τις τελευταίες ημέρες στο υψηλότερο επίπεδο από το 1998 κι αυτό είναι ένας επιπλέον παράγοντας που ενδέχεται να θέσει υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα της κυβέρνησης Στάρμερ.
Ο Αντι Μπέρναμ, η έκπληξη;
Παρότι η ανατροπή του ηγέτη των Εργατικών δεν είναι βέβαιη και θα μπορούσε να συμβεί πολύ αργότερα, ήδη κυκλοφορούν πολλά ονόματα πιθανών διαδόχων. Πρώτος ανάμεσά τους ο υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ, από την πτέρυγα που υποστήριζε στο παρελθόν τον πρώην πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, ο οποίος ωστόσο δεν διαθέτει τη στήριξη των 80 βουλευτών που απαιτούνται για να διεκδικήσει την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος.
Η πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αντζελα Ρέινερ γοητεύει ένα μέρος της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών, αλλά προκαλεί τρόμο στη βρετανική Δεξιά. Ο Εντ Μίλιμπαντ, πρώην ηγέτης της προοδευτικής παράταξης, τον οποίο τα συντηρητικά ΜΜΕ αποκαλούν «Κόκκινο Εντ», θέλει να παρουσιαστεί ως πιθανός υποψήφιος συσπείρωσης και ενότητας. Η έκπληξη θα μπορούσε να προέλθει από τον δήμαρχο του Μάντσεστερ Αντι Μπέρναμ. Παρότι είχε εμποδιστεί από το στρατόπεδο του Στάρμερ να επιστρέψει στο Κοινοβούλιο του Ουέστμινστερ, απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει πρωθυπουργός, τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν. Η εθνική εκτελεστική επιτροπή του κόμματος μόλις αναθεώρησε τη στάση της.
Ο Ιαν Μέιντλοου, συνδικαλιστής του συνδικάτου Unite the Union στο Πίτερμπορο, προσπαθεί να εξηγήσει πόσο πιθανό είναι να διακινδυνεύσει η θέση του πρωθυπουργού. «Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα για τα οποία μπορεί κάποιος να επικρίνει την κυβέρνηση, αλλά ο Κιρ Στάρμερ προσπαθεί τουλάχιστον να μας φέρει πιο κοντά με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Με μια άλλη κυβέρνηση, τα πράγματα θα ήταν σίγουρα χειρότερα, ιδιαίτερα όσον αφορά τα εργασιακά δικαιώματα. Το συντηρητικό Reform UK έχει υποσχεθεί να καταργήσει το Employment Rights Act, έναν νόμο για τα εργασιακά δικαιώματα» δηλώνει.
Η πρόκληση, διευκρινίζει ο συνάδελφός του Ανταμ Οουκς, «είναι ότι κανείς δεν ακούει όσα λέμε». Αν ο Κιρ Στάρμερ κληθεί να πληρώσει ακριβά την ανησυχητική οικονομική κατάσταση της χώρας, «το θέμα είναι ότι τα προβλήματα χρονολογούνται από πολύ πιο παλιά» τονίζει ο Ιαν Μέιντλοου. Οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι εδώ και πολλά χρόνια, «ενώ από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί. Ο μέσος μισθός στη χώρα ανέρχεται στις 30.000 λίρες (35.000 ευρώ περίπου) ετησίως. Εδώ στο Πίτερμπορο κυμαίνεται μεταξύ 26.000 και 28.000» προσθέτει. «Αν σκεφτεί κανείς ότι οι τιμές των βασικών τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 50% από το 2001, μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί εγκαθίσταται η ανασφάλεια».
