Το να σε ακούν χωρίς τη συναίνεσή σου, κύριε Λοβέρδο, είναι αδίκημα ακόμη κι αν μιλάς για τον καιρό!
Γνωρίζω τον Ανδρέα Λοβέρδο από το μακρινό 1996. Στην προεκλογική περίοδο της εθνικής αναμέτρησης εκείνης της χρονιάς ο Κώστας Σημίτης τον τοποθέτησε αρχικώς υπηρεσιακό γενικό γραμματέα στο υπουργείο Εσωτερικών (όπου ήμουν διαπιστευμένος συντάκτης) και μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου τον όρισε για έναν χρόνο γενικό γραμματέα Δημόσιας Διοίκησης με προϊστάμενο υπουργό τον Αλέκο Παπαδόπουλου.
Ηταν συνταγματολόγος, ήταν ελπιδοφόρος πολιτικός, είχε άποψη, έκανε τη διαφορά και δεν μου προκάλεσε καμία έκπληξη η εκλογή του στο βουλευτικό αξίωμα στις εθνικές εκλογές του 2000. Πάντοτε αναλογίζομαι, κοιτάζοντας αριστερά και δεξιά, πόσο αλλάζει τον άνθρωπο η πολιτική. Πόσο αλλοιώνει τον χαρακτήρα του μέσα στον χρόνο.
Πόσο κυνικό τον κάνει, αν δεν προσέξει. Παρατηρώ τον κύριο Λοβέρδο τον τελευταίο χρόνο, μετά την απαλλαγή του από την υπόθεση της Novartis με βούλευμα (ο μόνος με βούλευμα, οι λοιποί αρχείο), και ειλικρινά εκπλήσσομαι. Δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος. Ενώ έπρεπε να είναι, καθώς η δίωξη του θα μπορούσε να τον είχε καταστρέψει. «Ξυστά» πέρασε. Η μετάλλαξή του οριστικοποιήθηκε μετά τη μετεγγραφή του στη Ν.Δ. με απόφαση του πρωθυπουργού, με τον οποίο είναι φίλοι, σε ανοικτή γραμμή, από τις εκλογές του 2004.
Από τότε είναι αυτοκόλλητοι. (Επαιζαν μάλιστα και μπάσκετ μαζί στην ομάδα της Βουλής υπό τις οδηγίες του αείμνηστου βουλευτή Γιάννη Ιωαννίδη στο γήπεδο του Εσπερου στην Καλλιθέα.) Ο Λοβέρδος ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ είχε άποψη και για το κόμμα του και για το Σύνταγμα. Ως Κεφαλλονίτης ήταν συγκρουσιακός και υπερασπιζόταν την άποψή του. Το 2013 έγινε χαμός όταν μου αποκάλυψε σε μια συνέντευξη στην εκπομπή μου στην ΕΡΤ ότι ο Γιώργος Παπανδρέου επέμενε στα άτυπα, χωρίς πρακτικά, υπουργικά συμβούλια της κρίσης να υπαχθεί η Ελλάς στις δαγκάνες του ΔΝΤ από την πρώτη στιγμή μετά τις εκλογές του 2009!
Από τη στιγμή όμως που περιήλθε στη σφαίρα των συμμαχιών του Κυριάκου (την περίοδο των εσωκομματικών εκλογών του ΠΑΣΟΚ του 2021 και έκτοτε) είναι αγνώριστος. Κατέθεσε και την πολιτική και την ιδεολογική και, σε πολλές περιπτώσεις, και τη συνταγματική του ταυτότητα. Ειδικώς με όσα υποστήριξε για την αδρανοποίηση των εξεταστικών και των προανακριτικών επιτροπών. Προ εβδομάδων τον άκουσα στο ραδιόφωνο να εισάγει στο πολιτικό λεξιλόγιο έναν περίεργο κοινωνιολογικό όρο. Τη «μανία της τιμιότητας».
Επιτέθηκε σε όλους όσοι ζητούν την κάθαρση του δημόσιου βίου, με το επιχείρημα ότι διακατέχονται από «μανία», και τους κατηγόρησε περίπου ως υπόπτους διαφθοράς. Ψυχοπαθολογική περίπτωση οι τίμιοι, δηλαδή. Διερωτήθηκα ακούγοντάς τον: Αν η τιμιότης είναι μανία, η ατιμία, άραγε, τι είναι; Δεξιότης; Τον άκουσα, έδωσα τόπο στην οργή και πήγα παρακάτω.
«Ξανακτύπησε»
Χθες το πρωί «ξανακτύπησε». Ερωτήθηκε στον Σκάι ως «στέλεχος της Ν.Δ.» γιατί δεν άσκησε τα δικαιώματά του και δεν κατέθεσε μηνύσεις όταν έμαθε ότι είναι στη λίστα των παρακολουθήσεων της ΕΥΠ, και μάλιστα την περίοδο που ήταν υποψήφιος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. «Σκοτίστηκα αν με παρακολουθούσαν!» απάντησε κυνικά και προσέθεσε: «Δεν είχα άλλωστε να κρύψω τίποτε». Παροχή γενικής εξουσιοδότησης, άρα: ελευθέρας για μαζικές παρακολουθήσεις σε όλους όσοι δηλώνουν ότι δεν έχουν να κρύψουν τίποτε! Ωραίος! Ημαρτον!
Εδώ στάθηκα. Δεν μπόρεσα να προσπεράσω και να πάω παρακάτω. «Σκοτίστηκα»; Το λέει αυτό ένας συνταγματολόγος που διδάσκει, υποτίθεται, στο πανεπιστήμιο τη συνταγματική διάταξη της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών; Λυπάμαι. Μπορεί ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και μέλος εξεταστικών επιτροπών να ισχυριζόταν ο Ανδρέας ότι οι λογαριασμοί του Τσοχατζόπουλου στην off shore… Blue Bell ήταν αριθμοί τηλεφωνικού κέντρου, αλλά ως μέλος της Ν.Δ. δεν μπορεί να λέει «σκοτίστηκα αν με παρακολουθούσαν». Ξέρετε ποιοι μένουν «αδιάφοροι» ή «σκοτίζονται» ακόμη κι αν τους παρακολουθούν;
Οι φοβισμένοι πολιτικοί αυταρχικών καθεστώτων της Ανατολής, όπου η έννοια του νόμου είναι σχετική. Εδώ όμως είναι ελεύθερη Δύση. Μπορείς να μιλάς. Ακόμα. Το «σκοτίστηκα» δεν είναι ούτε «Δύση» ούτε Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός ούτε ο νομικός μας πολιτισμός. Και βεβαίως το «σκοτίστηκα» είναι ξένο, δεν ταιριάζει και δεν ανήκει στη «φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση» της Ν.Δ. Η παράταξη αυτή, με εξαίρεση την παρένθεση Μαυρίκη, μεταπολιτευτικά δεν ήταν ποτέ αυτουργός παρακολουθήσεων, ήταν συνήθως στόχος παρακολουθήσεων.
Την παρακολουθούσαν, δεν παρακολουθούσε. Την παρακολουθούσαν ξένες δυνάμεις, όπως περιγράφεται αναλυτικά στα πορίσματα των Ορνεράκη – Δασούλα – Φούκα για τον Καραμανλή και δεν παρακολουθούσε τους υπουργούς της, τους βουλευτές της, τους στρατιωτικούς, τους δικαστές, τους συνοδοιπόρους της και εκδοτικούς ομίλους. Το ρήμα «σκοτίστηκα» δεν έπρεπε να μπει ποτέ στο στόμα ενός συνταγματολόγου όπως ο κ. Λοβέρδος, και μάλιστα από την ώρα που έγινε δεκτός στη Ν.Δ.
Το αδίκημα είναι αδίκημα. Και η παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών δεν εξαρτάται από το αν ο παρακολουθούμενος δεν έχει να κρύψει κάποιο μυστικό ώστε να μη φοβάται. Το να σε ακούν χωρίς τη συναίνεσή σου, κύριε Λοβέρδο, είναι αδίκημα ακόμη και αν μιλάς για τον καιρό! Εδώ οι τράπεζες, οι εταιρίες της κινητής και οι πάροχοι που μας καλούν για «πακέτα προσφορών» ζητούν την έγκρισή μας για την ηχογράφηση της συνομιλίας, και οι υποψήφιοι βουλευτές επιτρέπετε στο κράτος να σας κάνει σουρωτήρι;
Αυτό είναι το μήνυμα που στέλνετε σε μια υποτίθεται ανοικτή και δημοκρατική κοινωνία; Η νομιμοποίηση μιας ακροκεντρώας «Στάζι»; Οπως θα έλεγε και η νεολαίας μας, «κάπου όπα»! Το «σκοτίστηκα» και η «μανία της τιμιότητας» δεν είναι ούτε θεσμικό ούτε κράτος δικαίου ούτε παραταξιακό. Είναι λάθος. Τα στερνά τιμούν τα πρώτα, Ανδρέα. Μην το ξαναπείς. Αν δεν σκοτίζεσαι εσύ, σκοτιζόμαστε εμείς ως πολίτες. Και σίγουρα σκοτίζονται οι ψηφοφόροι της κεντροδεξιάς παράταξης.


