Βρίσκεται μπροστά στις συνέπειες των επιλογών της να σταματήσει τελείως τις εισαγωγές ρωσικών υδρογονανθράκων μέσα στο 2027
- Της Κύρας Αδάμ
Ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία ο πόλεμος στον Κόλπο λήξει αύριο, η Ευρώπη θα εξακολουθήσει για χρόνια να υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες στον ενεργειακό τομέα. Ετσι, δεν είναι καθόλου αμελητέα η προτροπή της Κριστίν Λαγκάρντ ότι η Ευρώπη οφείλει το ταχύτερο δυνατόν να απομακρυνθεί από τα ορυκτά καύσιμα, αν θέλει να επιβιώσει. Το κρίσιμο πρόβλημα για την Ευρώπη δεν είναι οι εισαγωγές πετρελαίου, αλλά πρωτίστως οι εισαγωγές σε φυσικό υγροποιημένο αέριο LNG, ύστερα από βεβιασμένη και καταστροφική για την ίδια την Ευρώπη απόφαση το 2022 να «αποτοξινωθεί» από το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, το οποίο απολάμβανε μέχρι τότε.
Σήμερα ολόκληρη η Ευρώπη, τα νοικοκυριά, οι μεταφορές και η βαριά οικονομία της εξαρτώνται από τις εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία και το Κατάρ. Παρά τις επιθυμίες και εκτιμήσεις πριν από τον πόλεμο στο Ιράν ότι μέσα στο 2027 η Ευρώπη θα «λυτρωνόταν» οριστικώς από το ρωσικό φυσικό αέριο, οι καταστροφές στο Κατάρ έχουν θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τις προοπτικές αυτές.
Στα μέσα Μαρτίου το Ιράν έπληξε με πυραύλους του τις μεγαλύτερες παγκοσμίως εγκαταστάσεις LNG στον κόσμο, που βρίσκονται στο Ρας Λαφάν του Κατάρ. ΟΙ καταστροφές στις εγκαταστάσεις έχουν ήδη μειώσει κατά 3% τις παγκόσμιες εξαγωγές, ενώ η αποκατάσταση των ζημιών θα χρειαστεί 3-5 χρόνια κατ’ ελάχιστον.
Η Ευρώπη, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα ανταγωνίζονται ποια θα εξασφαλίσει τις μεγαλύτερες ποσότητες LNG από το Κατάρ, με επακόλουθο ένα ράλι ανταγωνιστικών τιμών. Οι επιπτώσεις για την Ευρώπη θα είναι μεγάλες και μακρόχρονες, διότι θα εξαρτηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά από τις εισαγωγές αμερικανικού LNG, που έχει ήδη φτάσει το 60% των συνολικών στην ήπειρό μας. Η κατάσταση αυτή ανατρέπει άρδην το βασικό επιχείρημα των Ευρωπαίων ότι δεν μπορούν να εξαρτώνται από μία και μόνη πηγή υδρογονανθράκων, που ήταν μέχρι πρότινος η Ρωσία, γι’ αυτό επέλεξαν να στραφούν προς τις ΗΠΑ και άλλες παραγωγές χώρες φυσικού αερίου.
Η ειρωνεία είναι ότι αυτήν τη στιγμή και στο μέλλον η Ευρώπη υποτάσσεται σχεδόν πλήρως στην ενεργειακή πολιτική των ΗΠΑ, με τον πρόεδρο Τραμπ, φυσικά, να βρίσκει την ευκαιρία όχι μόνο να ανεβοκατεβάζει τιμές και ποσότητες αμερικανικού LNG στην Ευρώπη, αλλά και να πιέζει ή εκβιάζει την Ευρώπη πολιτικά και οικονομικά κάθε φορά που δεν ακολουθεί ή διαφωνεί με τα αμερικανικά σχέδια και πολιτικές.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά στις συνέπειες των επιλογών της να σταματήσει τελείως τις εισαγωγές ρωσικών υδρογονανθράκων μέσα στο 2027. Στις Βρυξέλλες ωστόσο έχουν αρχίσει να ακούγονται φωνές που θέλουν επανεξέταση αυτής της ριζοσπαστικής θέσης, καθώς η πλήρης αποκατάσταση των εισαγωγών LNG λόγω Κατάρ και αμερικανικής πολιτικής δεν πρόκειται εύκολα να επανέλθει σε επίπεδα προ πολέμου στο Ιράν.
Η Γερμανία είναι αυτή που υφίσταται τις μεγαλύτερες πιέσεις στη βιομηχανία της, αλλά και οι Ιταλοί, που προσφάτως στράφηκαν στη Λιβύη για να εξασφαλίσουν ποσότητες φυσικού αερίου. Οι ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να πιεστούν πολύ, σε αντίθεση με τη Γαλλία, που στηρίζεται αρκετά στην πυρηνική ενέργειά της. Εν ολίγοις, στους κόλπους της Ε.Ε. αναμένεται να ξεσπάσει καβγάς για την ενεργειακή επάρκεια των χωρών-μελών, με τις πρόβλεψες πολύ δύσκολες.
Το μάρμαρο βεβαίως το πληρώνει ήδη η ευρωπαϊκή βιομηχανία με το βαρύ κόστος στην ενέργεια. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες πληρώνουν τέσσερις και πέντε φορές υψηλότερο κόστος στις εισαγωγές αερίου απ’ ό,τι οι Αμερικανοί ανταγωνιστές τους.
Επιπροσθέτως οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες είναι διπλάσια από αυτές των ΗΠΑ και κατά 50% υψηλότερες απ’ ό,τι στην Κίνα ή την Ινδία. Αυτό το τεράστιο ενεργειακό κόστος υποβιβάζει ακόμα περισσότερο την ευρωπαϊκή βιομηχανία έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών της.
Ετσι, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον, η Ευρώπη δεν θα απελευθερωθεί από τη μέγκενη του φυσικού αερίου.


