Η συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στους Financial Times ήταν ένας μοχλός δύο μονάχα ταχυτήτων… Από τη μία, μια εξωστρεφής, οξυδερκής ετοιμότητα στα διεθνή fora και από την άλλη, μια δογματική εμμονή σε μακροοικονομικά μεγέθη που αδυνατούν να συναντήσουν την καθημερινότητα των Ελλήνων πολιτών.
Διεθνείς σχέσεις και άμυνα
Συμπαγής ήταν η στάση του Πρωθυπουργού απέναντι στην ιρανική απειλή για επιβολή τελών διέλευσης στα Στενά του Ορμούζ. Χαρακτηρίζοντας την κίνηση της Τεχεράνης ως «καθαρό εκβιασμό», ο κ. Μητσοτάκης έθεσε τα όρια της διεθνούς νομιμότητας: «Θα θέταμε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο. Είναι εντελώς απαράδεκτο… Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας είναι μια έννοια που δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητείται».
Η θέση αυτή δεν είναι θεωρητική, αλλά ακουμπά απευθείας στο γεγονός ότι η ελληνική ναυτιλία αντιπροσωπεύει το 25% του παγκόσμιου στόλου.
Ο Πρωθυπουργός αποκάλυψε παρασκηνιακά δεδομένα από την πρόσφατη κρίση στην Κύπρο, η οποία δέχθηκε επιθέσεις από drones της Χεζμπολάχ. Η άμεση αντίδραση της Αθήνας με την αποστολή δύο φρεγατών και τεσσάρων F-16, η οποία συμπαρέσυρε άλλες πέντε ευρωπαϊκές χώρες, περιγράφηκε ως μια de facto (αλλά όχι de jure) ενεργοποίηση του Άρθρου 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ.
Η «συμμαχία προθύμων» αποτελεί ένα υπόδειγμα ρεαλπολιτίκ. Δικαιώνει την επιλογή της Ελλάδας να διατηρεί υψηλές αμυντικές δαπάνες, αποδεικνύοντας ότι η χώρα δεν οχυρώνεται πίσω από μια φοβική εσωστρέφεια, αλλά πρωταγωνιστεί στη δημιουργία μιας αυτεξούσιας ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής που επιτέλους αρχίζει να απογαλακτίζεται από την αποκλειστική κηδεμονία του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.
Επιπλέον ο κ. Μητσοτάκης χρησιμοποίησε την ευρωπαϊκή επιχείρηση «ASPIDES» ως μοχλό πίεσης προς τους εταίρους μας. Η επισήμανσή του ότι η αποστολή τελεί υπό ελληνική ηγεσία και επιχειρεί επιτυχώς στην Ερυθρά Θάλασσα καταρρίπτοντας μάλιστα drones των Χούθι με συστήματα ελληνικής κατασκευής αναδεικνύει την Αθήνα σε πάροχο ασφάλειας πρώτης γραμμής. Η αιχμή του ότι «πολύ λίγες ευρωπαϊκές χώρες αποφάσισαν να συμμετάσχουν» λειτούργησε ως ένα έμμεσο αλλά σαφές κατηγορώ για την παθητικότητα της Ευρώπης, η οποία συχνά εξαντλείται σε θεωρητικές διακηρύξεις ασφάλειας, αλλά διστάζει να αναλάβει το ανάλογο κόστος στο πεδίο των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η πρόταση του κ. Μητσοτάκη να χρησιμοποιηθεί η επιχείρηση «ASPIDES» ως επιχειρησιακό μοντέλο που θα μπορούσε να επεκταθεί γεωγραφικά ακόμη και στον Κόλπο, καταδεικνύει ρεαλισμό και προνόηση. Αντιλαμβανόμενος τη σημασία των χωρών του Κόλπου για την ευρωπαϊκή ενεργειακή και οικονομική σταθερότητα, υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποκτήσει μόνιμη και θεσμοθετημένη ναυτική παρουσία στην περιοχή. Ξεκαθάρισε, βέβαια, με απόλυτο ρεαλισμό ότι για να συμβεί αυτό απαιτείται πρώτα διπλωματική διευθέτηση, καθώς η αποστολή ειρηνευτικών δυνάμεων προϋποθέτει τη λήξη της ενεργού στρατιωτικής σύρραξης.
Στο ζήτημα των σχέσεων με το Ισραήλ, ο κ. Μητσοτάκης υπεραμύνθηκε της στρατηγικής συνεργασίας με το Τελ Αβίβ, αλλά έσπευσε να διαφοροποιηθεί από την ισπανική προσέγγιση του Πέδρο Σάντσεθ, σημειώνοντας με νόημα ότι «είναι πιο εύκολο να εξετάζεις την εξωτερική πολιτική μέσα από το πρίσμα της εσωτερικής πολιτικής όταν βρίσκεσαι στην άλλη πλευρά της Μεσογείου». Παράλληλα, υπενθύμισε με νόημα ότι η Ελλάδα «φέρνει αποτέλεσμα» στην περιοχή, έχοντας αναπτύξει Patriot στη Σαουδική Αραβία ήδη από το 2021.
Η αλχημεία των αριθμών
Στον αντίποδα, μόλις η συζήτηση μετατοπίστηκε στα εγχώρια οικονομικά ζητήματα, η πρωθυπουργική αφήγηση προσέκρουσε σε έναν πατερναλιστικό δογματισμό και σε μια αισθητή απόσταση από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο κ. Μητσοτάκης εμφάνισε τη μείωση του δημόσιου χρέους και τα πρωτογενή πλεονάσματα ως ιεράτέλειες μιας επιτυχημένης διακυβέρνησης, λες και η οικονομία αναπτύσσεται σε εργαστηριακό σωλήνα και όχι στην πραγματική αγορά.
Σχολιάζοντας την ισχυρή δημοσιονομική απόδοση, ο Πρωθυπουργός στάθηκε στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την οποία χαρακτήρισε ως τον κύριο τροφοδότη των πλεονασμάτων. Αυτή η «βίαιη» ψηφιακή μεταρρύθμιση, αν και ορθή ως σύλληψη, στην πράξη λειτουργεί συχνά ως ένας οριζόντιος, ασφυκτικός φόρος που συμπιέζει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η οποία δεν διαθέτει τα κεφάλαια προσαρμογής των μεγάλων ομίλων.
Παράλληλα, ο ισχυρισμός του ότι «μέχρι το τέλος του 2026, δεν θα είμαστε πλέον η πιο χρεωμένη χώρα στην Ευρώπη» και η περηφάνια για τη μείωση της ανεργίας κάτω από το 8%, έρχονται σε πλήρη αναντιστοιχία με την καθημερινότητα των πολιτών. Η κυβέρνηση επαίρεται για «ρεκόρ ξένων άμεσων επενδύσεων», όμως το ρεπορτάζ της αγοράς δείχνει ότι αυτές κατευθύνονται πρωτίστως στο real estate, τον τουρισμό και την εξαγορά έτοιμων υποδομών, αντί για παραγωγικές επενδύσεις έντασης γνώσης που θα δημιουργούσαν σταθερές, καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και θα ανέστρεφαν το brain drain.
Η εμμονική άρνηση του Πρωθυπουργού να προχωρήσει σε πιο γενναίες αναδιανεμητικές παρεμβάσεις, οχυρωμένη πίσω από το επιχείρημα ότι «τα συνεχή πρωτογενή ελλείμματα εν τέλει θα σε βλάψουν», αγγίζει τα όρια της κοινωνικής αναλγησίας, όταν ο πληθωρισμός της απληστίας (greedflation) σαρώνει τα εισοδήματα. Η αναφορά του ότι η αντιπολίτευση υπόσχεται αλόγιστες δαπάνες και η δήλωσή του: «Δεν θα το κάνω, θα σεβαστώ τους δημοσιονομικούς κανόνες… Θα ξοδέψω μόνο όποιον δημοσιονομικό χώρο μπορώ να δημιουργήσω πέρα από τους στόχους», μεταφράζεται ως προσήλωση στους τύπους εις βάρος της ουσίας.