Με σαφείς αιχμές πήρε θέση στο θέμα της Συνταγματικής Αναθεώρησης ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ακαδημαϊκός και επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Προκόπης Παυλόπουλος. Στο πλαίσιο συζήτησης στο συνέδριο του «Κύκλου Ιδεών», ο κ. Παυλόπουλος τάχθηκε ανοιχτά κατά της «εργαλειοποίησης» του θεμελιώδους νόμου της χώρας για την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, στηλιτεύοντας τις «προσχηματικές αναθεωρήσεις» που επιστρατεύονται με σκοπό τον εντυπωσιασμό και όχι την ουσιαστική παραγωγή έργου.
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας άφησε σαφή υπονοούμενα για τους κυβερνητικούς χειρισμούς, σημειώνοντας ότι «κάθε φορά, που στενεύει το κοστούμι του Συντάγματος κανονιστικώς, αναθεωρούμε το Σύνταγμα». Εστιάζοντας στις τρέχουσες προτάσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ο κ. Παυλόπουλος εκτίμησε ότι «και οι πρόσφατες προτάσεις αναθεώρησης του Συντάγματος φαίνεται να κινούνται, έστω και εν μέρει, προς την ίδια κατεύθυνση» του «συνταγματικού εντυπωσιασμού», καθώς εισάγουν ρυθμίσεις που είναι παντελώς περιττές.
Για να τεκμηριώσει τη θέση του, παρέθεσε συγκεκριμένα παραδείγματα από την επικαιρότητα. Όσον αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη, τόνισε ότι οι ήδη ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις για την προστασία της αξίας του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας είναι υπερεπαρκείς, και το μόνο που χρειάζεται είναι Κανόνες Δεοντολογίας. Σχετικά με τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, υποστήριξε ότι δεν απαιτείται καμία αναθεώρηση, παρά μόνο η θέσπιση ενός πιο σύγχρονου εκτελεστικού νόμου με τις αναγκαίες κυρώσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην πρόταση για την προστασία της ελληνικής γλώσσας στο άρθρο 16, διερωτώμενος με νόημα τι εμποδίζει σήμερα την κυβέρνηση να αναλάβει μια ολοκληρωμένη νομοθετική πρωτοβουλία, τη στιγμή που ιστορικές τομές, όπως η καθιέρωση της δημοτικής το 1976 και του μονοτονικού το 1982, έγιναν χωρίς καμία ειδική συνταγματική πρόβλεψη. Χαρακτήρισε μάλιστα τη σχετική πρόταση γενικόλογη μέχρις αμηχανίας, καθώς η χρήση του όρου «μέριμνα» αντί για «υποχρέωση» στερείται κανονιστικής στιβαρότητας.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, ο κ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι οι αναθεωρήσεις του 1986 και του 2019 απομακρύνθηκαν από το πνεύμα του άρθρου 110. Στρέφοντας τα βέλη του στον πρωθυπουργοκεντρισμό, εξήγησε ότι το 1986 επήλθε η κανονιστική απομείωση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, επειδή ο τότε παντοδύναμος κοινοβουλευτικώς πρωθυπουργός δεν αποδεχόταν την πολιτική «συγκατοίκηση» με έναν μη εκτελεστικό αλλά ισχυρό αρχηγό κράτους.
Παράλληλα, άσκησε δριμεία κριτική στην αναθεώρηση του 2019, η οποία, με πρόσχημα την αποφυγή πρόωρων εκλογών, κατήργησε την αυξημένη πλειοψηφία για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπεται πλέον η ανάδειξή του ακόμη και από μια περιστασιακή ή μονοκομματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που υποσκάπτει εξαρχής το απαιτούμενο θεσμικό του κύρος.
Κλείνοντας, ο Προκόπης Παυλόπουλος κάλεσε τους ενεργούς πολίτες να επιλέγουν τους ταγούς τους με κριτήριο την πίστη τους στην εφαρμογή του Συντάγματος και όχι με βάση το τι τους υπόσχονται, ξεχνώντας ότι αυτό δεν θα το εφαρμόσουν, συμπυκνώνοντας το μήνυμά του στη φράση:
«Το μεγαλύτερο θεσμικό αντίβαρο σε μια σύγχρονη Δημοκρατία είναι ένα στιβαρό, κανονιστικό Σύνταγμα και η εφαρμογή αυτού του Συντάγματος»