Σε θρίλερ για γερά νεύρα εξελίσσεται ο εντοπισμός της πηγής που προκάλεσε την έντονη και εκτεταμένη οσμή αερίου, η οποία αναστάτωσε πολλές περιοχές της Αττικής —κυρίως τα νότια προάστια— από το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας. Όλα τα επιστημονικά δεδομένα συγκλίνουν πλέον στο σενάριο μιας μεγάλης, ανθρωπογενούς και πιθανότατα παράνομης εκπομπής υγραερίου, με την ποσότητα να εκτιμάται ως ιδιαίτερα υψηλή για να καλύψει τόσο μεγάλη γεωγραφική έκταση.
Το σκεπτικό των επιστημόνων και τα σενάρια που «κάηκαν»
Καθώς οι επίσημοι φορείς δεν κατέγραψαν καμία μεταβολή στους θεσμοθετημένους ρύπους για τους οποίους υπάρχουν ευρωπαϊκά όρια, οι ερευνητές του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (ΕΑΑ) στράφηκαν στη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής. Με βάση τους νότιους-νοτιοδυτικούς ανέμους που έπνεαν στην περιοχή, εξετάστηκαν και αποκλείστηκαν διαδοχικά δύο βασικές πηγές:
Φυσικό αέριο (Ρεβυθούσα): Τα εξαιρετικά ευαίσθητα όργανα του Αστεροσκοπείου δεν ανίχνευσαν την παραμικρή αύξηση μεθανίου, γεγονός που έβγαλε αμέσως από το κάδρο το δίκτυο διανομής και τις εγκαταστάσεις υγροποιημένου αερίου.
Φυσικές εκπομπές της θάλασσας: Η χαρακτηριστική μυρωδιά που περιέγραψαν οι πολίτες δεν είχε καμία σχέση με τη συνήθη οσμή από φύκια ή άλλες φυσικές θαλάσσιες διεργασίες.
Ως εκ τούτου, το επικρατέστερο σενάριο δείχνει προς την πλευρά του κόλπου της Ελευσίνας ή σε ταυτόχρονη διαρροή από πλοία. Η μυρωδιά αποδίδεται στις ειδικές θειούχες ενώσεις που προστίθενται τεχνητά στο υγραέριο (το οποίο είναι άοσμο) ακριβώς για να γίνεται αντιληπτή η παρουσία του σε περιπτώσεις ατυχημάτων.
Το κενό στον ελεγκτικό εξοπλισμό
Το περιστατικό έφερε στην επιφάνεια και μια σημαντική έλλειψη στις εγχώριες ερευνητικές υποδομές. Όπως εξήγησε ο διευθυντής Ερευνών του ΕΑΑ, Νίκος Μιχαλόπουλος, οι μετρήσεις για τις οσμές απαιτούν εξαιρετικά ακριβό και εξειδικευμένο εξοπλισμό, ο οποίος αυτή τη στιγμή δεν είναι διαθέσιμος σε κανέναν φορέα στην Ελλάδα.
Χωρίς τη δυνατότητα καταγραφής των επιπέδων προπανίου και βουτανίου —που αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες του υγραερίου— η επιστημονική κοινότητα δεν μπορεί να προχωρήσει σε μια 100% τεκμηριωμένη ταυτοποίηση. Η συγκεκριμένη τεχνολογική εκκρεμότητα αναμένεται να κλείσει προς το τέλος του τρέχοντος έτους, όταν το Αστεροσκοπείο θα παραλάβει τα απαραίτητα όργανα ανάλυσης.
