Με αφορμή την καλοκαιρινή του περιοδεία, ο δημιουργός μιλά για τη μνήμη, την απώλεια, τον έρωτα, τον Μάνο Χατζιδάκι και τις ιστορίες που εξακολουθούν να γεννούν τραγούδια.
Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων μεγάλωσε ανάμεσα στα βουνά και στα σύννεφα. Ισως γι’ αυτό τα τραγούδια του έχουν πάντα κάτι από ουρανό, κάτι από νοσταλγία και κάτι από εκείνη τη σιωπή που προηγείται της συγκίνησης.
- Από τη Γιώτα Βαζούρα
Από τα βουνά των Ανωγείων μέχρι τις μουσικές σκηνές όλης της Ελλάδας, ο αγαπημένος τραγουδοποιός ακολουθεί εδώ και δεκαετίες έναν δρόμο μοναχικό και βαθιά προσωπικό. Εναν δρόμο στρωμένο με μνήμες, πρόσωπα, παραμύθια, έρωτες και απουσίες. Τραγούδια που μοιάζουν να έρχονται από μακριά, από εκείνον τον παλιό κόσμο όπου οι άνθρωποι μιλούσαν ακόμη με τις σιωπές τους και μετρούσαν τον χρόνο με τις αναμνήσεις.
Την Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026, στο ανοικτό θέατρο Λευκών της Πάρου, και την Πέμπτη 16 Ιουλίου, στη Σαντορίνη, παρουσιάζει τη μουσικοποιητική παράσταση «Γκρεμό δεν έχουν τα πουλιά», μια χαμηλόφωνη ξενάγηση στις μουσικές ιστορίες και στα παραμύθια που τον συντροφεύουν σε όλη του τη διαδρομή. Μια βραδιά αφιερωμένη σε πρόσωπα που μας καθόρισαν, σε ανθρώπους που «έφυγαν», αλλά εξακολουθούν να φωτίζουν τον δρόμο μας.
Ο Γιώργης Δραμουντάνης, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, εμφανίστηκε δισκογραφικά το 1985 με τα εμβληματικά «Μοιρολόγια», μεταφέροντας για πρώτη φορά στη δισκογραφία τις φωνές των γυναικών των Ανωγείων που θρηνούσαν τους αγαπημένους τους. Ο Μάνος Χατζιδάκις αναγνώρισε αμέσως τη μοναδικότητα αυτού του κόσμου και μίλησε για μια μουσική που «σε λυτρώνει με το να
σε λυπεί», χαρακτηρίζοντάς τη «λαϊκή, βγαλμένη από ακριβό φίλτρο».
Σήμερα, έπειτα από δεκατρείς προσωπικούς δίσκους, συνεχίζει να τραγουδά για τον έρωτα που δεν φαίνεται, για τη μνήμη που επιμένει και για την ελπίδα που δεν σβήνει. Στην παράσταση συμμετέχουν η Μαρίνα Δακανάλη, ο Δημήτρης Καραμούζας, ο Μανόλης Μπαρδάνης, η Σοφία Μαυρογενίδου, η ηθοποιός Εμμανουέλα Μαργιούλα, στον θεατρικό μονόλογο «Η Κλυταιμνήστρα ήταν μια κακοποιημένη γυναίκα», καθώς και η Χορωδία του Ωδείου Μυθωδία, υπό την διεύθυνση της Μαρουλίας Κοντού.
Με αφορμή την παράσταση μιλήσαμε μαζί του για τις μνήμες που τον ακολουθούν, τους ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν, τον Μάνο Χατζιδάκι, τα μοιρολόγια, τον έρωτα και εκείνο το παιδί από τα Ανώγεια που εξακολουθεί να κοιτάζει τον κόσμο με την ίδια απορία. Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της μουσικοποιητικής παράστασης «Γκρεμό δεν έχουν τα πουλιά»;
Εμπνευση είναι ο Ικαρος που εξυψώθηκε με την πτώση του. Ετσι κι ο καθένας οφείλει στον εαυτό του έστω μια πτήση χωρίς φτερά. «Γκρεμό δεν έχουν τα πουλιά» θα πει άνοιξε τις φτερούγες σου, αυτές που ο καθένας έχει. Είναι ένας ύμνος στην τόλμη αυτή η παράσταση, αν προσθέσουμε και τον θεατρικό μονόλογο «Η Κλυταιμνήστρα ήταν μια κακοποιημένη γυναίκα», ένα πρόβλημα που έχει πάρει τραγικές διαστάσεις και αποτυπώνεται στον ρόλο που με μοναδικό τρόπο ερμηνεύει η Εμμανουέλα Μαργιούλα. Μαζί και η σύμπραξη με τη χορωδία της Μαρουλίας Κοντού από τη μουσική σχολή της Πάρου, τη Μυθωδία. Ενας ύμνος που προτρέπει η κάθε μία, ο κάθε καταπιεσμένος, να σηκώσει ανάστημα απέναντι στο καθεστώς μιας βίαιης καθημερινότητας που βιώνουμε συνεχώς.
Ποια είναι τα πρόσωπα που «μας καθόρισαν» και στα οποία αναφέρεστε στη διάρκεια της βραδιάς;
Πάντοτε σε μια παράσταση με ακολουθούν τα πρόσωπα που συνάντησα και άφησαν αποτύπωμα πάνω μου: η καταγωγή μου, ο πατέρας μου, η μάνα μου, οι θείοι μου, οι φίλοι μου. Κι αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, ο Νίκος Γκάτσος. Πρόσωπα και μνήμες που συνθέτουν όλο το δημιουργικό μου κομμάτι. Στέκομαι ευγνώμων απέναντι στην τύχη που με έκανε να συναντηθώ με τέτοια πρόσωπα.
Σε μια εποχή θορύβου και ταχύτητας, πιστεύετε ότι υπάρχει ακόμη χώρος για μια «χαμηλόφωνη ξενάγηση»;
Πιστεύω πως ίσα ίσα στις δύσκολες εποχές, όπως είναι η σημερινή, έχει πολύ χώρο να αναδείξει το άρωμά της μια απλή ξενάγηση στην καθημερινότητα, στην ομορφιά που αδιάκοπα η φύση μάς προτρέπει και πλούσια μας διδάσκει. Η ευαισθησία δεν είναι προνόμιο του ανθρώπου. Είναι δημιούργημα του Ανώτατου Οντος, για να προσέξουμε και να προστατέψουμε το δημιούργημα και τη συνέχειά του.
Πόσο κουβαλάτε ακόμη μέσα σας το παιδί που μεγάλωσε στα Ανώγεια;
Αυτό το παιδί με κουβαλάει ακόμα.
Υπάρχει κάποια ιστορία από τα Ανώγεια που δεν έχει γίνει ακόμη τραγούδι και θα θέλατε να την μοιραστείτε;
Υπάρχουν ακόμη πολλές ιστορίες που περιμένουν τη στιγμή τους. Τα Ανώγεια είναι ένας τόπος που γεννά αφηγήσεις κι ίσως κάποιες από αυτές να μην έχουν βρει ακόμη τον δρόμο τους προς το τραγούδι.
Τι θυμάστε πιο έντονα από την πρώτη σας γνωριμία με τον Μάνο Χατζιδάκι;
Από την αρχή της γνωριμίας μας με εντυπωσίαζε ο τρόπος που μοίραζε τον εαυτό του στην παρέα χωρίς να επιβάλλεται και ήταν πάντα το κεντρικό πρόσωπο.
Ποιο ήταν το σημαντικότερο μάθημα που πήρατε από εκείνον και σας συνοδεύει μέχρι σήμερα;
Το σημαντικότερο μάθημα που πήρα ήταν αυτό που μου έλεγε: «Θα κάνεις αυτό που ξέρεις όσο καλύτερα γίνεται και το πρόβλημα είναι των άλλων πότε θα σε ανακαλύψουν». Κι αυτό έκανα σε όλη μου την πορεία.
Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει ότι η μουσική σας «σε λυτρώνει με το να σε λυπεί». Συμφωνείτε ακόμη με αυτή τη διαπίστωση;
Οταν τον ρώτησα τι είναι αυτή η μουσική που παρουσιάζω, μου είπε: «Είναι λαϊκή μουσική, βγαλμένη από ακριβό φίλτρο». Και ακόμη: «Κράτησε την αυστηρότητά σου με το κοινό. Αν δεν γίνει απόλυτη ησυχία από κάτω, μην παίξεις ποτέ». Το κράτησα και το τίμησα.
Γιατί πιστεύετε ότι τα τραγούδια της λύπης συγκινούν τόσο βαθιά τον κόσμο;
Το λυπημένο τραγούδι ή το τραγούδι της απώλειας μάς υπενθυμίζει τι χάσαμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Και μας λυτρώνει με τα δάκρυα, σαν ήλιος μετά τη βροχή.

Τα «Μοιρολόγια» αποτέλεσαν μια τομή στην κρητική μουσική. Τι νιώθετε σήμερα όταν επιστρέφετε σε εκείνα τα τραγούδια;
Οταν επανέρχομαι μετά από τόσα χρόνια, νιώθω την ίδια συγκίνηση. Αυτά τα τραγούδια είναι ύμνος στην απώλεια αγαπημένου προσώπου από την εποχή του Ομήρου. Τα μοιρολόγια είναι τα πιο βαθιά τραγούδια αγάπης, όπως έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις, γιατί δεν έχουν προσποίηση.
Αν μπορούσατε σήμερα να αφιερώσετε ένα τραγούδι από το έργο σας στον Μάνο Χατζιδάκι, ποιο θα ήταν και γιατί;
Εγραψα ένα τραγούδι την ίδια ημέρα που έφυγε. Θυμάμαι σαν να είναι τώρα αυτή τη στιγμή. Είδα σε μια τηλεόραση καταστήματος τον Χατζιδάκι να διευθύνει και τον Χατζηνικολάου να μιλά με θλίψη. Εγραψα αυτό που αντιπροσώπευε τα αισθήματά μου εκείνη τη στιγμή:
«Βγήκε το δάκρυ, μα δεν κύλησε,
έμεινε να θολώνει την εικόνα
όπως το τζάμι στο παράθυρο
μπρος στην ανάσα του χειμώνα».
Εχετε πει ότι γράφετε για «τον έρωτα που δεν φαίνεται». Πώς θα τον περιγράφατε;
Τον έρωτα τον συνοδεύουν πάντα οι αδερφές του: η μοναξιά, η θλίψη, η ανασφάλεια, η έκπληξη.
Ερχεται πάντα ξαφνικά,
όποτε αυτός θελήσει.
Παίρνει ό,τι ζητήσει
πριν εξαφανιστεί.
Το «ναι» σκοτώνει τα όνειρα,
το «όχι» τα ανασταίνει
και η κορυφή μικραίνει
άμα την ανεβείς.
Αυτός ο χαμηλός θεός,
στην πονηρή του πτήση,
σ’ αυτόν που έχει ορίσει,
ανάβει μια φωτιά.
Χαρά σε αυτόν που θα βρεθεί
στα βέλη που θα ρίξει,
τα στήθη του να ανοίξει
για μια λαβωματιά.
«Για την αγάπη ανάβουμε δύο κεριά, ένα στην ανάμνηση κι ένα στην προσδοκία». Ποιο από τα δύο καίει πιο δυνατά σήμερα;
Το κερί της ανάμνησης είναι μια οφειλή στη ζωή που μοιραστήκαμε με κάποιους άλλους ανθρώπους που επιλέξαμε. Το δεύτερο κερί είναι της ελπίδας, όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος, όπως λέει ο Γιάννης Ρίτσος.
Πιστεύετε ότι ο έρωτας είναι τελικά μνήμη ή προσδοκία;
Ο έρωτας είναι ο πιο αρχαίος θεός, η πιο βαθιά μνήμη, η πιο μεγάλη προίκα. Μέσα από αυτήν την προίκα προσδοκούμε να φανούμε αντάξιοι και να μας καταδεχτεί εκεί το δεύτερο κερί.
Η ζωγραφική παραμένει παρούσα στη ζωή σας; Με ποιον τρόπο συνομιλεί με τη μουσική και τους στίχους σας;
Ενα ωραίο τραγούδι είναι ένας πίνακας. Είναι ζωγραφική.
Τι σας συγκινεί περισσότερο σήμερα απ’ ό,τι όταν ξεκινούσατε τη διαδρομή σας;
Με συγκινούν τα ίδια πράγματα από τότε. Η λέξη «γιατί» σε εμένα παρέμεινε αχόρταγη. Εψαχνα πάντα την αιτία και τι είναι πίσω από την εικόνα.
Τι ονειρεύεται ακόμη ο Λουδοβίκος των Ανωγείων;
Χωρίς αποσκευές γυρίζω
απ’ το ταξίδι της ζωής,
με την καρδιά γεμάτη δρόμους,
ακούραστος προσκυνητής…
Αν μπορούσατε να ψιθυρίσετε μία μόνο φράση στον νεαρό Γιώργη Δραμουντάνη, που έβλεπε για πρώτη φορά τη θάλασσα στα έντεκά του χρόνια, ποια θα ήταν;
Θα του έλεγα: «Μη ζηλεύεις. Εμείς έχουμε τα βουνά και τα σύννεφα».
