Μετά την ολοκλήρωση των απολογιών τους ενώπιον του Ευρωπαίου ανακριτή, για τις παράνομες επιδοτήσεις μέσω ΟΠΠΕΚΕΠΕ, στη βόρεια Ελλάδα, οι τρεις βασικοί κατηγορούμενοι, που φέρονται να κρατούσαν τα ηνία της εγκληματικής οργάνωσης, οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ανάμεσα στους προφυλακιστέους βρίσκονται και δύο αδέλφια, ενώ το δικαστήριο έδειξε ελαστικότητα για τρεις γυναίκες εμπλεκόμενες –οι δύο εκ των οποίων είναι σύζυγοι των ηγετικών στελεχών– επιβάλλοντάς τους το μέτρο του κατ’ οίκον περιορισμού. Αντίθετα, ένας ακόμη κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους.
Το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζουν οι διωκόμενοι είναι βαρύτατο και περιλαμβάνει σωρεία κακουργημάτων. Συγκεκριμένα, κατηγορούνται για σύσταση και διεύθυνση εγκληματικής μαφίας, για γιγαντιαία απάτη που ζημίωσε τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για ξέπλυμα εκατομμυρίων ευρώ από παράνομες δραστηριότητες μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Οι εμπλεκόμενοι δήλωσαν αθώοι. Ένας από τους φερόμενους ως «εγκεφάλους» ισχυρίστηκε ότι είναι ένας απλός αγρότης και ότι όλα τα χρηματικά ποσά που εισέπραξε από τα ευρωπαϊκά ταμεία ήταν καθόλα νόμιμα και διαφανή. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η σύζυγός του, η οποία κατέθεσε στον ανακριτή πως δεν είχε την παραμικρή ιδέα για τα λογιστικά και τις οικονομικές δοσοληψίες του άνδρα της.
Από την άλλη, ο δεύτερος προφυλακιστείς υποστήριξε ότι οι τραπεζικοί του λογαριασμοί είναι πεντακάθαροι. Προσπάθησε μάλιστα να μετακυλήσει τις ευθύνες, δείχνοντας ως υπαίτιο έναν συγκατηγορούμενό του που διαφεύγει της σύλληψης, στον οποίο, όπως είπε, κατέληγαν τα «μαύρα» χρήματα που διακινούσε το ΚΥΔ Σερρών. Όσο για τα περιουσιακά του στοιχεία και την αγορά δύο οχημάτων, αρνήθηκε ότι προέρχονται από ξέπλυμα, δικαιολογώντας τα έξοδα από το αντίτιμο της πώλησης ενός δικού του αγροτεμαχίου και παλιού γεωργικού εξοπλισμού.

