Στο κτήμα μας άφηνε τον γάιδαρό του ο Παντελής. Με τον γάιδαρο παρέα μεγαλώσαμε. Κι αυτή η ιστορία με άγγιξε. «Το γαϊδούρι γύρισε το πρόσωπο στον τοίχο μόλις ο άντρας κούνησε μπροστά του ένα μπλε φυλαχτό και είπε: “Με αναγνωρίζει. Είναι δικό μου”. Στο καταφύγιο ξέραμε πως το μάτι δεν αποδείκνυε ότι το αγαπούσε. Αποδείκνυε ποιος είχε δέσει πάνω του τη σέλα που η κτηνίατρος αναγκάστηκε να κόψει.
Ο Μανώλης δεν τραβήχτηκε όταν άνοιξε η πόρτα του καταφυγίου. Δεν φώναξε. Δεν κλότσησε. Γύρισε μόνο το κεφάλι προς τον τοίχο, μόλις είδε το μπλε φυλαχτό να κρέμεται από τα δάχτυλα του άντρα. “Με θυμάται” είπε εκείνος. “Είναι δικός μου”. Το φυλαχτό ήταν ένα γυάλινο μάτι δεμένο με ξεφτισμένο κορδόνι σε παλιό χαλινάρι. Το ίδιο είχαμε βρει πάνω στον Μανώλη όταν τον έφεραν στο καταφύγιο. Τον είχαν βρει δεμένο δίπλα σε εγκαταλειμμένο ελαιοτριβείο, με τουριστική σέλα πεταμένη κοντά του. Δεν χρειάζεται να περιγράψω τις πληγές.
Αρκεί ότι η κτηνίατρος έκοψε τη σέλα με ψαλίδι για να μην αγγίξει ξανά την πλάτη του. Ο άντρας λεγόταν Στέφανος και είχε ταβέρνα κοντά στο παλιό λιμάνι. “Το ζώο χάθηκε” επέμενε. “Κάποιος το πήρε από το χωράφι μου”. Η Ελένη, η υπεύθυνη του καταφυγίου, δεν άγγιξε το φυλαχτό. “Βρέθηκε εγκαταλειμμένο”. “Στα νησιά τα ζώα δουλεύουν. Δεν σημαίνει ότι κακοποιούνται”. Πίσω από το ξύλινο χώρισμα, ο Μανώλης άρχισε να χτυπά αργά το πόδι του στο άχυρο. Ο ηλικιωμένος εθελοντής που του είχε δώσει το όνομά του στάθηκε μπροστά του χωρίς να τον αγγίξει. “Ησυχα, συνονόματε”.
Ο Στέφανος γέλασε. “Του μιλάτε σαν να είναι παιδί”. Η Ελένη άνοιξε το ντουλάπι με τα αντικείμενα που είχαν καταγραφεί την ημέρα της διάσωσης. Εβγαλε το κομμένο χαλινάρι και τη σέλα μέσα σε διάφανη σακούλα. “Αυτά βρέθηκαν μαζί του” είπε. “Πολλοί χρησιμοποιούν τέτοια πράγματα”. Η Ελένη γύρισε τη σέλα. Στην κάτω πλευρά υπήρχαν μισοσβησμένα γράμματα από μαύρο μαρκαδόρο. Το όνομα της ταβέρνας του.
Το πρόσωπο του Στέφανου άλλαξε. “Οι τουρίστες ζητούν βόλτες και φωτογραφίες. Πληρώνουν για εμπειρία. Δεν είναι όλα κακοποίηση”. “Εμπειρία για ποιον;” τον ρώτησα. Δεν απάντησε. Τότε μια γυναίκα που είχε έρθει να αφήσει τροφές πλησίασε το γραφείο. “Τον έχω φωτογραφία” είπε. Ανοιξε το κινητό της. Στην οθόνη φαινόταν ο Μανώλης έξω από την ταβέρνα, με την ίδια σέλα και το ίδιο μπλε μάτι. Και δίπλα του στεκόταν ο Στέφανος, κρατώντας το σχοινί.
Η Ελένη πήρε αμέσως το τηλέφωνο για να καλέσει την Αστυνομία και την Κτηνιατρική Υπηρεσία. Ο Στέφανος όρμησε προς τη γυναίκα. Και τότε εκείνη είπε πως δεν είχε μόνο μία φωτογραφία»… Πόσο αξίζει η λέξη “δικό μου”, όταν το ίδιο το ζώο γυρίζει το πρόσωπο για να μη σε βλέπει;»
Η ΑΚΙΣ
