Η πρόληψη και η αντιμετώπιση της νεανικής βίας συνιστούν ζήτημα κοινωνικής ευθύνης, καθώς η αποτελεσματική διαχείριση προϋποθέτει συντονισμένη λειτουργία οικογένειας, σχολείου, υπηρεσιών ψυχικής υγείας
Γράφει ο Αντώνης Μάριος Παπαγιώτης*
Η συζήτηση για την παραβατικότητα των ανηλίκων επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο κάθε φορά που ένα περιστατικό βίας προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας και των ίδιων των παιδιών είναι αυτονόητη. Εκείνο που παραμένει ζητούμενο είναι ο τρόπος με τον οποίο η Πολιτεία επιλέγει να αντιμετωπίσει την πρόκληση.
Με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ο οποίος συνέδεσε την αντιμετώπιση της ανήλικης παραβατικότητας με την αυστηρότερη τιμωρία των γονέων, επανέρχεται στο προσκήνιο μια λογική που κερδίζει έδαφος διεθνώς. Πρόκειται για την τάση μεταφοράς της ευθύνης από το ευρύτερο κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο προς την οικογένεια ως βασικό πεδίο λογοδοσίας. Η προσέγγιση αυτή διαθέτει μια επιφανειακή απλότητα που συχνά την καθιστά ελκυστική. Ωστόσο, τα διαθέσιμα ερευνητικά ευρήματα σκιαγραφούν μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Η παιδική και εφηβική παραβατικότητα αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Συνδέεται με ένα πλέγμα παραγόντων που περιλαμβάνει τη φτώχεια, την κοινωνική απομόνωση, τις δυσκολίες στο σχολικό περιβάλλον, την έκθεση στη βία, ζητήματα ψυχικής υγείας, τις εξαρτήσεις, την έλλειψη υποστηρικτικών δομών και, βεβαίως, τη λειτουργία του οικογενειακού περιβάλλοντος. Οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και η ποιότητα της γονεϊκής φροντίδας κατέχουν κεντρική θέση σε αυτό το πλέγμα επιδράσεων, εντός ενός ευρύτερου συστήματος κοινωνικών και αναπτυξιακών παραγόντων.
Η ποινικοποίηση της γονεϊκότητας δημιουργεί έναν σοβαρό κίνδυνο. Μετατρέπει τον γονέα από αποδέκτη υποστήριξης σε πρόσωπο που αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως υπαίτιος για την παραβατική συμπεριφορά του παιδιού. Στην πράξη, πολλές οικογένειες που έρχονται αντιμέτωπες με σοβαρές δυσκολίες συμπεριφοράς των ανηλίκων βιώνουν ήδη έντονα συναισθήματα ενοχής, ντροπής, φόβου και κοινωνικής έκθεσης. Η επιβολή πρόσθετων κυρώσεων συχνά λειτουργεί ως παράγοντας επιβάρυνσης του οικογενειακού πλαισίου, εντείνοντας την απόγνωση και απομακρύνοντας τους γονείς από τους θεσμούς που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν.
Η διεθνής ερευνητική βιβλιογραφία για την πρόληψη της παραβατικότητας δείχνει σταθερά ότι τα καλύτερα αποτελέσματα καταγράφονται όταν οι δημόσιες πολιτικές επενδύουν στην ενδυνάμωση των γονέων και στη στήριξη των συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσεται το παιδί. Προγράμματα συμβουλευτικής, υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σχολικοί ψυχολόγοι, κοινοτικές δράσεις και έγκαιρη παρέμβαση σε περιπτώσεις κινδύνου συνδέονται συστηματικά με τη μείωση των παραβατικών συμπεριφορών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Πολυσυστημική Θεραπεία (Multisystemic Therapy – MST), ένα τεκμηριωμένο θεραπευτικό μοντέλο παρέμβασης που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και βασίζεται στην εντατική συνεργασία της οικογένειας, του σχολείου και των κοινοτικών υπηρεσιών, παρουσιάζοντας σημαντικά αποτελέσματα στον περιορισμό της υποτροπής και των σοβαρών μορφών ανήλικης παραβατικότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο ίδιος ο υπουργός αναγνώρισε την αξία μιας ήπιας ποινικής μεταχείρισης για τους ανηλίκους, μέσω μέτρων όπως η κοινωνική εργασία. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση βρίσκεται πιο κοντά στα ευρήματα της σύγχρονης ψυχολογικής και εγκληματολογικής έρευνας. Ενα παιδί χρειάζεται να κατανοήσει τις συνέπειες των πράξεών του, να αναπτύξει ενσυναίσθηση και αίσθημα ευθύνης και να διατηρήσει τη δυνατότητα κοινωνικής επανένταξης. Η ίδια λογική που δίνει έμφαση στην κατανόηση, στην εκπαίδευση και την επανόρθωση θα μπορούσε να εμπνέει και τις παρεμβάσεις που απευθύνονται στους γονείς.
Η συζήτηση για τη γονεϊκή ευθύνη είναι απολύτως θεμιτή και αναγκαία. Η υπευθυνότητα εκφράζεται μέσα από τη φροντίδα, τη θέσπιση ορίων και τη συνεργασία με τους θεσμούς που υποστηρίζουν την ανάπτυξη των ανηλίκων. Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο και σημαντικότερο θεσμό κοινωνικοποίησης και η ενίσχυση της ικανότητας των γονέων να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ρόλου τους συμβάλλει ουσιαστικά στην πρόληψη της παραβατικότητας προτού αυτή εκδηλωθεί.
Η πρόληψη και η αντιμετώπιση της νεανικής βίας συνιστούν ζήτημα κοινωνικής ευθύνης, καθώς η αποτελεσματική διαχείρισή της προϋποθέτει τη συντονισμένη λειτουργία της οικογένειας, του σχολείου, των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και των θεσμών κοινωνικής προστασίας. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις αναπτύσσονται σε περιβάλλοντα όπου η έγκαιρη παρέμβαση, η κοινωνική ένταξη και η ενδυνάμωση των οικογενειών λειτουργούν ως βασικοί προστατευτικοί παράγοντες, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον στιγματισμό και την κοινωνική περιθωριοποίηση.
*Ψυχολόγος

