Του Μιχάλη Σάλλα
Η Τράπεζα της Ελλάδος και η ΕΚΤ γνωστοποίησε ότι θα προχωρήσει σε αύξηση του
βασικού της επιτοκίου για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Όταν ακριβαίνει το
φυσικό αέριο, όταν εκτοξεύονται οι τιμές των λιπασμάτων και όταν οι γεωπολιτικές
κρίσεις αυξάνουν το κόστος της ενέργειας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απαντά
σχεδόν μηχανικά: αυξάνει τα επιτόκια. Η επιλογή παρουσιάζεται ως αναγκαία άμυνα
απέναντι στον πληθωρισμό. Το ερώτημα όμως είναι αν πρόκειται για θεραπεία ή για
λάθος διάγνωση.
Η αύξηση των επιτοκίων έχει νόημα όταν ο πληθωρισμός προέρχεται από υπερβολική
ζήτηση, υπερδανεισμό και υπερβάλλουσα ρευστότητα. Όταν όμως οι ανατιμήσεις
προκαλούνται από ακριβότερη ενέργεια, πρώτες ύλες, διαταραγμένες εφοδιαστικές
αλυσίδες και γεωπολιτικές εντάσεις, το πρόβλημα βρίσκεται στην πλευρά της προσφο-
ράς. Και εκεί τα επιτόκια δεν αγγίζουν την αιτία.
Η αύξηση των επιτοκίων δεν μειώνει την τιμή του φυσικού αερίου, δεν αυξάνει την
παραγωγή πετρελαίου και δεν κάνει τα λιπάσματα φθηνότερα. Απλώς περιορίζει τη
ζήτηση. Με άλλα λόγια, δεν μειώνει το κόστος παραγωγής. Μειώνει την οικονομική
δραστηριότητα ώστε να προσαρμοστεί σε αυτό το κόστος.
Οι συνέπειες είναι συγκεκριμένες. Οι επιχειρήσεις που επενδύουν και δημιουργούν
θέσεις εργασίας βλέπουν το κόστος χρηματοδότησής τους να αυξάνεται. Τα νοικοκυριά
με στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια επιβαρύνονται. Αντίθετα, ο χρηματοπιστω-
τικός τομέας συχνά ωφελείται από τα μεγαλύτερα περιθώρια επιτοκίων.
Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που εξαρ-
τώνται από τον τραπεζικό δανεισμό. Οι μεγάλοι όμιλοι διαθέτουν πρόσβαση στις
κεφαλαιαγορές, ισχυρούς ισολογισμούς και αποθέματα ρευστότητας. Οι μικρότεροι,
δηλαδή πάνω από το 90%, όχι. Έτσι, μια πολιτική που υποτίθεται ότι προστατεύει την
οικονομία συχνά ενισχύει τους ισχυρούς, Έλληνες και ξένους, και αποδυναμώνει τους
πιο ευάλωτους.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, με υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, η επιλογή αυτή είναι
ακόμη πιο επώδυνη. Αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης του κράτους, περιορίζει τις
επενδύσεις και μειώνει τους βαθμούς ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής. Σε μια
νομισματική ένωση με τόσο διαφορετικές οικονομίες, η ίδια συνταγή δεν παράγει τα
ίδια αποτελέσματα.
Το παράδειγμα της περιόδου 2022–2024 είναι αποκαλυπτικό. Η ΕΚΤ πραγματοποίησε
τη μεγαλύτερη αύξηση επιτοκίων στην ιστορία του ευρώ και ο πληθωρισμός υπο-
χώρησε. Την ίδια περίοδο όμως κατέρρευσαν οι τιμές του φυσικού αερίου, διαφορο-
ποιήθηκαν οι πηγές ενέργειας και εφαρμόστηκαν εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις.
Ποιος παράγοντας ήταν τελικά καθοριστικός;
Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει
στρατηγικές αδυναμίες με νομισματικά εργαλεία. Αντί να επενδύσει αποφασιστικά
στην ενεργειακή ασφάλεια, στην παραγωγή κρίσιμων εισροών και στη δημιουργία
μεγάλων στρατηγικών αποθεμάτων, επιλέγει να περιορίζει τη ζήτηση όταν εμφανίζεται
η κρίση.
Η πραγματική αποτυχία δεν είναι η αύξηση των επιτοκίων. Είναι ότι, μισό αιώνα μετά
τις πετρελαϊκές κρίσεις και λίγα χρόνια μετά τη μεγαλύτερη ενεργειακή αναταραχή της
σύγχρονης Ευρώπης, η ήπειρος παραμένει ευάλωτη στα ίδια σοκ. Ο πληθωρισμός
κόστους δεν αντιμετωπίζεται με ακριβότερο χρήμα αλλά με μεγαλύτερη ανθεκτι-
κότητα. Η Ευρώπη προσπαθεί να θεραπεύει με λάθος συνταγές ακόμη και τα
συμπτώματα, αποφεύγοντας να αντιμετωπίσει την ασθένεια.
Ο νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί ικανοποιητικά όταν όλα πηγαίνουν καλά. Όταν
ξεσπούν κρίσεις, αποκαλύπτεται η αδυναμία του να αντιμετωπίσει προβλήματα
στρατηγικής σημασίας. Η εποχή της ενεργειακής ανασφάλειας, των γεωπολιτικών
συγκρούσεων και της επισιτιστικής αβεβαιότητας δεν χρειάζεται λιγότερο κράτος.
Χρειάζεται σοβαρό, ισχυρό, αποτελεσματικό, με σχέδιο και στρατηγική αντίληψη.
ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ_ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 07/06/2026
