Το δημογραφικό «ναυάγιο» πλέον αποτυπώνεται και στα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., βαθαίνοντας χρόνο με τον χρόνο
Η Ελλάδα συνεχίζει να χάνει τα παιδιά της με ρυθμούς που προκαλούν πλέον εθνικό συναγερμό. Το δημογραφικό «ναυάγιο» βαθαίνει χρόνο με τον χρόνο και πλέον αποτυπώνεται με τρόπο αδιαμφισβήτητο στα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Οι γεννήσεις κατέρρευσαν σε νέο ιστορικό χαμηλό το 2025, καταδεικνύοντας πως η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μία σιωπηρή αλλά διαρκώς επιταχυνόμενη πληθυσμιακή κρίση.
- Από την Ιωάννα Τσέφλιου
Η κατάσταση που καταγράφει η ΕΛ.ΣΤΑΤ. έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πλέον εμφατικό τρόπο τη μεγάλη έρευνα που είχε παρουσιάσει η «δημοκρατία» στα μέσα του περασμένου Απριλίου, όταν αποκάλυπτε πως το 86% των δήμων της χώρας δεν είχε καταγράψει ούτε μία γέννηση κατά το πρώτο δίμηνο του 2026.
Η εικόνα της δημογραφικής ερήμωσης σε δεκάδες περιοχές της ελληνικής περιφέρειας επισφραγίζεται από τα επίσημα δεδομένα της χώρας. Σύμφωνα με την Αρχή, οι γεννήσεις ανήλθαν το 2025 σε μόλις 65.594, έναντι 68.467 το 2024. Μέσα σε έναν χρόνο καταγράφηκαν 2.873 λιγότερες γεννήσεις, σημειώνοντας μείωση 4,2%.
Σταθερή επιδείνωση
Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η εικόνα σε βάθος χρόνου. Μέσα σε μία μόλις πενταετία η Ελλάδα έχασε συνολικά 19.170 γεννήσεις, εξέλιξη που αποτυπώνει τη σταθερή επιδείνωση μιας κρίσης η οποία δεν αφορά μόνο τη δημογραφία, αλλά επηρεάζει άμεσα το μέλλον της οικονομίας, της αγοράς εργασίας, του ασφαλιστικού συστήματος και της κοινωνικής συνοχής.
Ο καθηγητής Δημογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Κωνσταντίνος Ζαφείρης, μιλώντας στη «δημοκρατία», χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ανησυχητική τη συνολική εικόνα και προειδοποιεί ότι η χώρα πληρώνει την απουσία μιας συνεκτικής στρατηγικής. «Υπάρχει τεράστιο πρόβλημα στη δημογραφική και οικογενειακή μας πολιτική και πρέπει να αντιμετωπιστεί μαζικά, από όλους τους φορείς της κοινωνίας. Οφείλουμε να βρούμε τρόπους να κάνουμε την κατάσταση λιγότερο εφιαλτική» τονίζει.
Η καθοδική πορεία καταγράφεται σχεδόν σε ολόκληρη τη χώρα. Οι γεννήσεις μειώθηκαν στις δώδεκα από τις δεκατρείς περιφέρειες της επικράτειας. Τις μεγαλύτερες απώλειες παρουσίασε η Αττική με 1.007 λιγότερες γεννήσεις σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ακολουθούμενη από την Κεντρική Μακεδονία, με μείωση 656 γεννήσεων, και την Πελοπόννησο, με 273 λιγότερες γεννήσεις.
Ο καθηγητής στέκεται και σε άλλες περιφέρειες που εμφανίζουν έντονα σημάδια δημογραφικής αποδυνάμωσης. «Κατά την δική μου εκτίμηση, πρώτο ζήτημα συνιστά ο μεγάλος αριθμός μείωσης των γεννήσεων στην Ηπειρο. Μεγάλη μείωση, επίσης, καταγράφεται στο Βόρειο Αιγαίο, αλλά και στα υπόλοιπα νησιά, που παραδοσιακά δεν αντιμετώπιζαν τέτοιας φύσης ζητήματα. Ολες αυτές οι περιοχές είναι προβληματικές» σημειώνει.


Ακόμα και η Κρήτη, η μοναδική περιφέρεια που σημείωσε αύξηση γεννήσεων το 2025 κατά 129 παιδιά, δεν φαίνεται ικανή να ανατρέψει τη συνολική εικόνα. «Μπορεί να μην έχει αρνητικούς αριθμούς, αλλά είναι ελάχιστα αυξημένοι» επισημαίνει ο καθηγητής. Ιδιαίτερα ανησυχητικό θεωρεί ο ίδιος και το γεγονός ότι ο πληθυσμός των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία συρρικνώνεται συνεχώς. «Οπότε, ούτως ή άλλως, μιλάμε για μείωση» συμπεραίνει.
Για τον καθηγητή, η χώρα χρειάζεται άμεσα μια συνολική αναθεώρηση της δημογραφικής πολιτικής, καθώς τα μέχρι σήμερα μέτρα δεν επαρκούν για να ανακόψουν την καθοδική πορεία. «Απαιτούνται μέτρα προχθές, όχι χθες. Χρειάζονται ουσιαστικές λύσεις» τονίζει με έμφαση, ενώ προσθέτει πως η απάντηση δεν βρίσκεται σε επιδόματα και σε άλλες μορφές οικονομικές ενισχύσεις, αλλά απαιτεί παρεμβάσεις «στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην κοινωνική συνοχή, στις δημόσιες υποδομές και στο σύστημα υγείας».

Οι Ελληνίδες γεννούν πλέον σε μεγαλύτερη ηλικία
Ακόμα μία ανησυχητική τάση αφορά την ηλικία. Οι Ελληνίδες αποκτούν παιδιά ολοένα και μεγαλύτερες, ενώ οι γεννήσεις στις ηλικιακές ομάδες που παραδοσιακά αποτελούσαν τη «ραχοκοκαλιά» της ανανέωσης καταγράφουν υποχώρηση. Η μεγαλύτερη μείωση σε σύγκριση με το 2015 εντοπίζεται στις γυναίκες ηλικίας 30-34 ετών, όπου καταγράφηκαν 12.356 λιγότερες γεννήσεις. Ακολουθούν γυναίκες 25-29 ετών με 7.922 λιγότερες γεννήσεις και γυναίκες 35-39 ετών με 4.597 λιγότερες γεννήσεις.

«Τα δημογραφικά προβλήματα είναι διαφορετικά ανά περιοχή»
Μπορεί τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. να αποτυπώνουν το μέγεθος της δημογραφικής κρίσης, όμως οι επισημάνσεις των ειδικών αναδεικνύουν μία λιγότερο προβεβλημένη αλλά εξίσου κρίσιμη πτυχή της. Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει ενιαίο δημογραφικό πρόβλημα που μπορεί να λυθεί με οριζόντια πολιτική αλλά διαφορετικές κρίσεις, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και αιτίες ανά Περιφέρεια.
Ο καθηγητής Δημογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Κωνσταντίνος Ζαφείρης τονίζει ότι η προσέγγιση που ακολουθείται διαχρονικά αδυνατεί να λάβει υπ’ όψιν της τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής: «Τα δημογραφικά προβλήματα είναι διαφορετικά ανά περιοχή, παρότι μπορεί να έχουν και τις ομοιότητές τους. Αλλοι είναι οι παράγοντες που οδηγούν στη μείωση γεννήσεων στην περιφέρεια και άλλοι στην πρωτεύουσα».
Στην ελληνική ύπαιθρο το πρόβλημα συνδέεται πρωτίστως με τη συνεχή απώλεια πληθυσμού. Νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν χωριά και κωμοπόλεις, αναζητώντας εργασία και καλύτερες προοπτικές στα αστικά κέντρα. Το αποτέλεσμα είναι να μειώνεται σταθερά ο αριθμός των κατοίκων που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, περιορίζοντας εκ των πραγμάτων και τις γεννήσεις. «Η ύπαιθρος χάνει κόσμο, ερημώνει. Πού θα βρεθεί ο κόσμος;» διερωτάται ο καθηγητής.
Αστικά κέντρα
Στον αντίποδα, η Αθήνα και τα μεγάλα αστικά κέντρα αντιμετωπίζουν διαφορετικού τύπου πιέσεις. Εκεί, το πρόβλημα δεν είναι η απουσία νέων, αλλά η αδυναμία ζευγαριών να δημιουργήσουν οικογένεια εξαιτίας του κόστους στέγασης, της οικονομικής αβεβαιότητας και των δυσκολιών της καθημερινότητας. «Τι κάνουμε για τα ζευγάρια που δεν μπορούν να επιβιώσουν στην πρωτεύουσα; Που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά;», υπογραμμίζει.
Για τον ίδιο, η αντιμετώπιση της δημογραφικής κρίσης προϋποθέτει διαφορετικές πολιτικές ανά περιοχή, με έμφαση στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην κοινωνική συνοχή, στις δημόσιες υποδομές, στο σύστημα υγείας και στην ουσιαστική στήριξη της οικογένειας. «Δεν γίνεται με τα ίδια μέτρα να λύσεις το πρόβλημα σε όλη την Ελλάδα» καταλήγει, περιγράφοντας την ανάγκη για μια δημογραφική πολιτική προσαρμοσμένη στις πραγματικές ανάγκες κάθε περιφέρειας.
