Με μια αγόρευση που φόρτισε συναισθηματικά την αίθουσα του δικαστηρίου και προκάλεσε έντονη συγκίνηση στους γονείς του μικρού Μάριου Σουλούκου, ο εισαγγελέας της έδρας στη δίκη για τη δολοφονία του 11χρονου μαθητή από αδέσποτη σφαίρα στο Μενίδι το 2017 ζήτησε την ενοχή του βασικού κατηγορουμένου, σκιαγραφώντας παράλληλα ένα σκληρό κατηγορώ για φαινόμενα οπλοχρησίας και κοινωνικής παρακμής.
Επικαλούμενος τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων ιστορικών και χρησιμοποιώντας αναφορές από τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο, ο εισαγγελικός λειτουργός Αντώνης Κασάπης επιχείρησε να αναδείξει όχι μόνο τις ποινικές διαστάσεις της υπόθεσης, αλλά και το βαθύτερο κοινωνικό της αποτύπωμα.
«Δεν ξέρω τι πρέπει να περιμένει μια κοινωνία, όταν τα παιδιά της δολοφονούνται σε μία σχολική εορτή εν καιρώ ειρήνης», ανέφερε χαρακτηριστικά, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης στο ακροατήριο.
Σκληρά μηνύματα για την οπλοχρησία και τη βία
Κατά την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας άσκησε δριμεία κριτική στη νοοτροπία που συνδέεται με την άσκοπη χρήση όπλων, στρέφοντας τα βέλη του προς τους κατηγορουμένους. «Η συμπεριφορά είναι έλλειψη παιδείας αλλά και μια ανασφάλεια. Η μειονεξία στο μυαλό κραδαίνει το όπλο», σημείωσε, επιχειρώντας να εξηγήσει το κοινωνικό υπόβαθρο τέτοιων πράξεων.
Χρησιμοποιώντας μια ιδιαίτερα συμβολική παρομοίωση, τόνισε πως συχνά η βία αποτελεί μέσο επιβολής για όσους αδυνατούν να επιβληθούν με τον πολιτισμό και την παιδεία.
«Αυτός που γεμίζει την πίστα με σπασμένα πιάτα είναι αυτός που δεν ξέρει να χορεύει», ανέφερε χαρακτηριστικά, ενώ χαρακτήρισε τη χρήση όπλου εκτός νόμιμης χρήσης ως «μέγιστη ανανδρία», υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που «πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει».
«Αποτυχία της κοινωνίας και της Πολιτείας»
Ο εισαγγελικός λειτουργός δεν περιορίστηκε μόνο στην ποινική αξιολόγηση της υπόθεσης, αλλά στάθηκε και στις ευρύτερες κοινωνικές προεκτάσεις της τραγωδίας.
Όπως επεσήμανε, το γεγονός ότι ένα παιδί έχασε τη ζωή του από μια αδέσποτη σφαίρα σε σχολική γιορτή και ότι ένας άνθρωπος κινδυνεύει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή δεν αποτελεί λόγο πανηγυρισμού, αλλά απόδειξη βαθιάς κοινωνικής αποτυχίας.
«Το γεγονός ότι ένα παιδί που σκοτώθηκε άδικα και γι’ αυτό ένας άνθρωπος πρέπει να πάει φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής του, δεν είναι χειροκροτήματα και πανηγυρισμούς, είναι απόδειξη αποτυχίας όλης της κοινωνίας, οπότε θέλει περίσκεψη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η αναπαράσταση της τραγωδίας στο δικαστήριο
Σε μία από τις πιο φορτισμένες στιγμές της αγόρευσής του, ο εισαγγελέας κάλεσε τους δικαστές να μεταφερθούν νοερά στο προαύλιο του 6ου Δημοτικού Σχολείου Μενιδίου, εκεί όπου εκτυλίχθηκε η τραγωδία τον Ιούνιο του 2017.
Περιγράφοντας τις εικόνες από τη σχολική γιορτή που μετατράπηκε σε σκηνή θανάτου, σημείωσε: «Θα πρέπει να βάλετε τον εαυτό σας στη θέση του τι συνέβαινε σε εκείνο το σχολείο, είναι ένα θεατρικό, είναι γονείς, είναι παιδιά, είναι όλοι χαρούμενοι και ξαφνικά ένα παιδί πέφτει και τρέχει αίμα και κανείς δε μπορεί να το σταματήσει».
Παράλληλα, άσκησε κριτική σε μάρτυρες που κατέθεσαν στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, υποστηρίζοντας ότι αρκετοί απέφυγαν να κατονομάσουν πρόσωπα ή να υποδείξουν τη συγκεκριμένη οικογένεια Ρομά ως υπεύθυνη για τους πυροβολισμούς, είτε από φόβο είτε από δισταγμό.
Πρόταση για ενοχή του βασικού κατηγορουμένου
Ο εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή του πρώτου κατηγορουμένου για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κρίνοντας ότι τα στοιχεία της δικογραφίας οδηγούν με σαφήνεια στο συμπέρασμα ότι ήταν εκείνος που πυροβολούσε αδιακρίτως, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή.
«Ο κατηγορούμενος πυροβολούσε σε όλες τις κατευθύνσεις, αδιαφορώντας ότι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο. Ξέρει ότι μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο και το αποδέχεται. Πυροβολούσε αδιακρίτως», ανέφερε. Ο ίδιος εισηγήθηκε επίσης να μην του αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, επισημαίνοντας ότι δεν επέδειξε μεταμέλεια, ούτε σεβασμό προς την έννομη τάξη και τα έννομα αγαθά μετά την πράξη του.
Αντίθετα, για τον δεύτερο κατηγορούμενο πρότεινε την απαλλαγή του από την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, εκτιμώντας ότι το όπλο που χρησιμοποίησε δεν ήταν δυνατό να προκαλέσει θανάσιμο αποτέλεσμα.
