Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που άλλαξε οριστικά την πορεία της Βρετανίας, το πολιτικό σκηνικό στο Νησί μοιάζει να επιστρέφει στο σημείο μηδέν. Το Brexit, που παρουσιάστηκε ως η αφετηρία μιας νέας εποχής εθνικής αυτοπεποίθησης, δεν έφερε τη σταθερότητα που είχαν υποσχεθεί οι υποστηρικτές του. Αντίθετα, η χώρα έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς μέσα σε μία δεκαετία, η οικονομία εξακολουθεί να κινείται με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι δημόσιες υπηρεσίες δοκιμάζονται και το πολιτικό σύστημα δείχνει περισσότερο κατακερματισμένο από ποτέ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο άνθρωπος που πυροδότησε την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ο Νάιτζελ Φάρατζ, βρίσκεται σήμερα πιο κοντά από ποτέ στην εξουσία. Το Reform UK προηγείται στις δημοσκοπήσεις, έχοντας εκμεταλλευτεί τη φθορά τόσο των Συντηρητικών όσο και των Εργατικών. Και ενώ πολλοί θεωρούσαν ότι η πολιτική του διαδρομή είχε ολοκληρωθεί μετά το Brexit, ο Φάρατζ εμφανίζεται πλέον ως ο μεγάλος νικητής μιας δεκαετούς περιόδου πολιτικής αναταραχής.
Απέναντί του, όμως, αναδύεται μια διαφορετική φυσιογνωμία της βρετανικής πολιτικής. Ο Αντι Μπέρναμ, πρώην υπουργός, επί εννέα χρόνια δήμαρχος του Greater Manchester και πλέον βουλευτής του Makerfield, φιλοδοξεί να επαναφέρει τους Εργατικούς στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής και να αποτρέψει την πρώτη μεγάλη λαϊκιστική επικράτηση στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας.
Η ειρωνεία είναι προφανής. Το 2016 ο Μπέρναμ υποστήριξε την παραμονή της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ ο Φάρατζ αποτέλεσε το πρόσωπο της εκστρατείας υπέρ της εξόδου. Δέκα χρόνια αργότερα, η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον το αν η Βρετανία έπραξε σωστά αποχωρώντας από την Ε.Ε. Το Brexit αποτελεί πλέον τετελεσμένο γεγονός. Η πραγματική σύγκρουση αφορά το ποιος μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειές του.
Σε αντίθεση με πολλούς πολιτικούς του Westminster, ο Μπέρναμ πέρασε σχεδόν μία δεκαετία μακριά από την εθνική πολιτική σκηνή. Από το 2017 έως το 2026 διοίκησε τη μητροπολιτική περιοχή του Greater Manchester, μετατρέποντας τη δημαρχία σε ένα ιδιότυπο πολιτικό εργαστήριο. Η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η δημιουργία του Bee Network, του πρώτου ολοκληρωμένου δικτύου δημόσιων μεταφορών εκτός Λονδίνου, με επαναφορά των λεωφορειακών γραμμών υπό δημόσιο έλεγχο και χαμηλό πλαφόν στις τιμές των εισιτηρίων. Τα χαρακτηριστικά κίτρινα λεωφορεία έγιναν ίσως το πιο ορατό σύμβολο της διοίκησής του, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και σε μια περίοδο δημοσιονομικών περιορισμών μπορούν να υλοποιηθούν παρεμβάσεις με απτό κοινωνικό αποτέλεσμα.
Παράλληλα, ο Μπέρναμ καλλιέργησε μεθοδικά την εικόνα του πολιτικού που υπερασπίζεται τον βρετανικό Βορρά απέναντι στο Λονδίνο. Η σύγκρουσή του με την κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον κατά την πανδημία για τα περιοριστικά μέτρα και τη χρηματοδότηση των βόρειων περιοχών τού χάρισε το προσωνύμιο «βασιλιάς του Βορρά». Ηταν μια σπάνια στιγμή κατά την οποία ένας περιφερειακός δήμαρχος απέκτησε εθνική πολιτική επιρροή.
Η απουσία του από το Westminster αποδείχθηκε τελικά πλεονέκτημα. Την ώρα που οι Εργατικοί άλλαζαν στρατηγική, οι Συντηρητικοί βυθίζονταν στις εσωτερικές συγκρούσεις και το Reform UK οικοδομούσε τη δυναμική του, ο Μπέρναμ παρέμενε σχετικά ανεπηρέαστος από τη φθορά της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Αυτό εξηγεί γιατί σήμερα αποτελεί ίσως τον μοναδικό κορυφαίο Βρετανό πολιτικό με θετικό ισοζύγιο δημοτικότητας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι υπερέχει όχι μόνο απέναντι στον Φάρατζ, αλλά και έναντι των ηγετών των Συντηρητικών, των Πρασίνων και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών.
Η επιστροφή του στο Κοινοβούλιο μέσω της επαναληπτικής εκλογής στο Makerfield δεν ήταν απλώς μια προσωπική νίκη. Αποτέλεσε μια πρώτη δοκιμή απέναντι στο Reform UK. Σε μια περιοχή όπου το κόμμα του Φάρατζ είχε κυριαρχήσει στις πρόσφατες τοπικές εκλογές, ο Μπέρναμ όχι μόνο διατήρησε την έδρα των Εργατικών, αλλά αύξησε σημαντικά το ποσοστό τους.
Προσδοκίες
Η νίκη αυτή αναζωπύρωσε τις προσδοκίες ότι ίσως είναι ο μόνος πολιτικός που μπορεί να ανακόψει τη δυναμική του Φάρατζ στις παραδοσιακές εργατικές περιφέρειες της βόρειας Αγγλίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά την παραίτηση του Κιρ Στάρμερ, αρκετά κορυφαία στελέχη των Εργατικών απέσυραν τις δικές τους φιλοδοξίες και στοιχήθηκαν πίσω από τον Μπέρναμ. Η εσωκομματική εκλογή μοιάζει πλέον περισσότερο με διαδικασία επικύρωσης παρά με πραγματική αναμέτρηση. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: μπορεί ένας επιτυχημένος δήμαρχος να κυβερνήσει μια χώρα;
Η διοίκηση μιας μητροπολιτικής περιφέρειας διαφέρει ριζικά από τη διαχείριση της πέμπτης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Ο Μπέρναμ δεν έχει κληθεί να αντιμετωπίσει ζητήματα όπως το δημόσιο χρέος, η άμυνα, οι διεθνείς κρίσεις ή οι δύσκολες ισορροπίες μεταξύ ανάπτυξης και δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ο ίδιος επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζει σήμερα η κυβέρνηση. Παράλληλα, συνεργάτες του επεξεργάζονται σχέδια για βαθιές αλλαγές στη λειτουργία του κράτους, όπως η δημιουργία ξεχωριστού υπουργείου Ανάπτυξης, ώστε η οικονομική πολιτική να επικεντρωθεί περισσότερο στην παραγωγικότητα και λιγότερο στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών.
Οι επικριτές του, πάντως, υποστηρίζουν ότι η εικόνα του επιτυχημένου δημάρχου αποκρύπτει σημαντικές αποτυχίες. Η υπόσχεση για εξάλειψη της αστεγίας δεν υλοποιήθηκε, το χωροταξικό σχέδιο του Greater Manchester προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ενώ το σχέδιο για τη Ζώνη Καθαρού Αέρα εγκαταλείφθηκε έπειτα από πολιτικές πιέσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις συμφωνούν σε ένα σημείο: ο Μπέρναμ διαθέτει κάτι που λείπει από σχεδόν όλους τους αντιπάλους του. Θεωρείται αυθεντικός. Σε μια περίοδο έντονης δυσπιστίας απέναντι στους επαγγελματίες πολιτικούς του Westminster, η μακρά παρουσία του στην τοπική αυτοδιοίκηση λειτουργεί ως διαπιστευτήριο αξιοπιστίας.
Η πραγματική του πρόκληση, όμως, δεν είναι να πείσει τους ψηφοφόρους των Εργατικών. Είναι να ανακτήσει τις εργατικές κοινότητες που εγκατέλειψαν το κόμμα μετά το Brexit και σήμερα βλέπουν στον Φάρατζ τον εκφραστή της δυσαρέσκειάς τους για τη μετανάστευση, το κόστος ζωής και την αίσθηση εγκατάλειψης από το πολιτικό κατεστημένο. Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016, η Βρετανία φαίνεται να εισέρχεται σε έναν νέο πολιτικό κύκλο.
Το δίλημμα δεν είναι πλέον «Ευρώπη ή Brexit». Είναι αν η χώρα θα συνεχίσει να κινείται προς έναν πιο έντονο εθνικιστικό και λαϊκιστικό λόγο, με εκφραστή τον Νάιτζελ Φάρατζ, ή αν οι Εργατικοί θα καταφέρουν να ανασυνθέσουν μια ευρεία κοινωνική συμμαχία γύρω από μια πιο πραγματιστική πρόταση διακυβέρνησης. Ο Αντι Μπέρναμ καλείται να αποδείξει ότι η επιτυχία του στο Μάντσεστερ μπορεί να μεταφερθεί σε εθνικό επίπεδο. Αν αποτύχει, ο δρόμος προς την Ντάουνινγκ Στριτ θα ανοίξει διάπλατα για τον Νάιτζελ Φάρατζ.
