Μπορεί να… διαβεβαιώνει σε κάθε ευκαιρία ότι οι πρόωρες εκλογές δεν βρίσκονται στην ατζέντα, όμως στην πράξη, οι συνεχείς περιοδείες, οι εξαγγελίες και οι επισκέψεις σε κρίσιμες περιοχές θυμίζουν όλο και περισσότερο προεκλογικό ράλι. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζει τον κύκλο των εμφανίσεών του στην Αττική, επιχειρώντας να περιορίσει τη φθορά της κυβέρνησης σε περιοχές όπου η δυσαρέσκεια των πολιτών είναι έντονη. Μετά τη Νέα Σμύρνη και τον Δήμο Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης, σειρά παίρνει σήμερα το Αιγάλεω, μια από τις πλέον χαρακτηριστικές λαϊκές γειτονιές της Δυτικής Αθήνας, όπου οι κάτοικοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια, το υψηλό κόστος ζωής και μια δύσκολη καθημερινότητα που απέχει αισθητά από το κυβερνητικό αφήγημα.
Η επιλογή μόνο τυχαία δεν είναι. Η Δυτική Αθήνα αποτελεί διαχρονικά μια δύσκολη εκλογική περιφέρεια για τη Νέα Δημοκρατία. Αν και στις τελευταίες εθνικές εκλογές το κυβερνών κόμμα επικράτησε με ποσοστό 34,66%, έναντι 21,13% του ΣΥΡΙΖΑ και 12,14% του ΚΚΕ, πρόκειται για μια περιοχή όπου η πολιτική επιρροή της ΝΔ δεν θεωρείται δεδομένη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το ίδιο το κυβερνητικό επιτελείο μιλά ανοιχτά για ανάγκη «συσπείρωσης», επιβεβαιώνοντας πως οι περιοδείες αυτές έχουν σαφή πολιτική στόχευση.
Ο πρωθυπουργός επιχειρεί σήμερα να μεταφέρει το αφήγημα της κυβέρνησης για την οικονομία και την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Πριν από την επίσκεψή του στο Αιγάλεω, συγκαλεί σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, Σπύρο Θεοδωρόπουλο, τον πρόεδρο του ΣΕΒΤ, Ιωάννη Γιώτη, τον πρόεδρο της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, Γιάννη Μασούτη, καθώς και τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, με αντικείμενο τις τιμές στα βασικά αγαθά και τις κυβερνητικές παρεμβάσεις για την αγορά.
Το ερώτημα, όμως, είναι πόσο πειστικές μπορούν να ακούγονται τέτοιες συσκέψεις για τους κατοίκους των δυτικών συνοικιών, όταν η ακρίβεια εξακολουθεί να εξανεμίζει μισθούς και συντάξεις, το κόστος στέγασης παραμένει ασφυκτικό και χιλιάδες οικογένειες παλεύουν καθημερινά να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες. Οι διαβεβαιώσεις περί «συνεχούς προσπάθειας» δύσκολα μπορούν να κρύψουν το γεγονός ότι η αγοραστική δύναμη των πολιτών εξακολουθεί να πιέζεται έντονα.