Στις προοπτικές των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, τη λειτουργία της αμυντικής βιομηχανίας και την επικείμενη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αναφέρθηκε εκτενώς ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής του συνέντευξης στις 2 Ιουλίου 2026. Ο Τούρκος αξιωματούχος υποστήριξε με έμφαση ότι οι σχέσεις με τις ΗΠΑ βρίσκονται σε θετική διαδικασία, παρά τις διακυμάνσεις του παρελθόντος, ξεχωρίζοντας τη σημασία της «παγκόσμιας οπτικής» και του κύρους του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη διαμόρφωση της νέας αυτής δυναμικής.
Μάλιστα, ο Φιντάν συνέδεσε άμεσα την επιβεβαιωμένη παρουσία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στη Σύνοδο της Συμμαχίας με την προσωπική παρέμβαση του Τούρκου ηγέτη, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «ο κ. Τραμπ συμμετέχει επειδή τον προσκάλεσε ο κ. Ερντογάν. Αν δεν τον είχε προσκαλέσει ο κ. Ερντογάν, δεν θα συμμετείχε». Σύμφωνα με τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει τη διεθνή εμβέλεια του Ερντογάν μέσα σε ένα νέο «στρατηγικό σχήμα», όπου η εμπιστοσύνη και η ηγετική του αντίληψη καθιστούν την Τουρκία κομβικό παγκόσμιο παίκτη.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε και το ακανθώδες ζήτημα των κυρώσεων CAATSA, οι οποίες είχαν επιβληθεί από την Ουάσιγκτον μετά την αγορά των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400. Ο Φιντάν εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος, αποκαλύπτοντας πως «υπάρχει βούληση προς την κατεύθυνση της άρσης των κυρώσεων CAATSA». Εκτίμησε ότι η Ουάσινγκτον αναγνωρίζει πλέον τον σταθεροποιητικό ρόλο της Άγκυρας, σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ φέρουν υπερβολικό παγκόσμιο βάρος και έχουν κάθε λόγο να βασίζονται σε ισχυρούς εταίρους.
Κλείνοντας, ο Τούρκος υπουργός έστειλε ένα μήνυμα εθνικής αυτονομίας, τονίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας του δεν ετεροπροσδιορίζεται. Όπως εξήγησε, για την Άγκυρα δεν έχει σημασία πού την κατατάσσουν οι ξένοι δρώντες, αλλά «με βάση την εθνική μας κυριαρχία, τη βούλησή μας και τη σαφή μας αντίληψη, έχει σημασία τι θέλουμε, πώς το θέλουμε και γιατί το θέλουμε».
