Η εκπαίδευση και η πιστοποίηση γνώσεων αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της αξιοκρατίας και της επαγγελματικής εξέλιξης σε κάθε ευνομούμενη κοινωνία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σιωπηρό αλλά άκρως επικίνδυνο φαινόμενο: τη ραγδαία διεύρυνση ενός συστήματος πιστοποιήσεων που λειτουργεί χωρίς σαφείς κανόνες, χωρίς επαρκή εποπτεία και, το χειρότερο, συχνά χωρίς την απαιτούμενη διαπίστευση.
Οταν η πιστοποίηση μετατρέπεται σε απλή εμπορική συναλλαγή και χάνει την αξιοπιστία της, τότε πλήττεται η καρδιά της Δημόσιας Διοίκησης και της αγοράς εργασίας.
Το παράδοξο των αριθμών: 27 ιδιωτικές εταιρίες που διεξάγουν εξετάσεις αγγλικών έναντι 3 διαπιστευμένων φορέων πιστοποίησης από το ΕΣΥΔ Η ασυδοσία που επικρατεί στην αγορά αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στους αριθμούς. Η αναλογία των φορέων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο το σύστημα ελέγχεται ή αν έχει αφεθεί στον «αυτόματο πιλότο» της κερδοσκοπίας. Αυτή η χαώδης διαφορά γεννά αμείλικτα ερωτήματα:
- Με ποια κριτήρια εγκρίνονται και λειτουργούν όλοι αυτοί οι οργανισμοί;
- Πώς διασφαλίζονται η ποιότητα και η εγκυρότητα των εξετάσεων;
- Γιατί επιτρέπεται η λειτουργία τους χωρίς ξεκάθαρη διαδικασία ελέγχου;
Η μαύρη τρύπα του ελεγκτικού μηχανισμού
Η πιστοποίηση δεν είναι και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια απλή, τυπική διοικητική πράξη. Είναι ο θεσμός που κρίνει την πρόσβαση στην εργασία και επηρεάζει τις ζωές χιλιάδων πολιτών.
Παρά ταύτα, το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένει η παντελής απουσία ενός σαφούς, αυστηρού και αποτελεσματικού μηχανισμού εποπτείας, στις πιστοποιήσεις αγγλικών και ξένων γλωσσών. Τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, εκθέτοντας την Πολιτεία: Ποιος είναι ο αρμόδιος ελεγκτικός φορέας; Ποιος ελέγχει τη γνησιότητα των τίτλων και τη διαφάνεια των εξετάσεων;
Η «κερκόπορτα» των εξ αποστάσεως και το ιταλικό παράδοξο
Η συζήτηση για τα πτυχία δεν σταματά στους εγχώριους φορείς, αλλά επεκτείνεται και στον τρόπο που αναγνωρίζονται τίτλοι από το εξωτερικό. Η εξ αποστάσεως εκπαίδευση έχει ανοίξει τα σύνορα, φέρνοντας στην Ελλάδα προγράμματα από αξιόλογα και διακεκριμένα πανεπιστήμια της Κύπρου και της Ιταλίας, τα οποία διαθέτουν εξαιρετικό ακαδημαϊκό προσωπικό και σπουδαίο επιστημονικό έργο.
Ομως, εδώ ακριβώς εντοπίζεται μια κραυγαλέα αντίφαση που εγείρει σοβαρά ερωτήματα λογικής και ισονομίας: Ενώ στα κυπριακά πανεπιστήμια ζητούνται αποδεικτικά γνώσης της αγγλικής γλώσσας για να μπορέσει ο φοιτητής να αντεπεξέλθει, στην περίπτωση των ιταλικών εξ αποστάσεως προγραμμάτων οι υποψήφιοι γίνονται δεκτοί χωρίς να τους ζητείται απολύτως κανένα πιστοποιητικό γνώσης της ιταλικής γλώσσας.
Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα: Πώς ακριβώς παρακολουθούν αυτοί οι φοιτητές ένα απαιτητικό ακαδημαϊκό πρόγραμμα; Και το πιο εξοργιστικό: Πώς, ολοκληρώνοντας τις σπουδές τους, πιστοποιούνται αυτόματα και ως γνώστες της ιταλικής γλώσσας χωρίς να έχουν αποδείξει ποτέ την επάρκειά τους; Πρόκειται για μια θεσμική «κερκόπορτα» που γεννά σκιές στον τρόπο που το ελληνικό σύστημα αναγνωρίζει αυτούς τους τίτλους, κλείνοντας τα μάτια στην κοινή λογική.
Για τη διαφάνεια
Ενα σύγχρονο και αξιόπιστο εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να κόψει τον γόρδιο δεσμό της παρανομίας, υιοθετώντας άμεσα τέσσερις βασικές αρχές:
1. Υποχρεωτική διαπίστευση όλων ανεξαιρέτως των εταιριών που ασχολούνται με τις εξετάσεις αγγλικών και τη μετατροπή τους σε φορείς πιστοποίησης.
2. Ενιαίους κανόνες αυστηρής εποπτείας και ελέγχου.
3. Απόλυτη διαφάνεια στις εξεταστικές διαδικασίες.
4. Αυστηρές και εξοντωτικές κυρώσεις για κάθε παράνομη ή αδιαφανή πρακτική.
Μέσα σε αυτό το θεσμικό κενό ανθίζουν η αδιαφάνεια, οι παρατυπίες και ο αθέμιτος ανταγωνισμός. Υπονομεύονται τα πραγματικά προσόντα και αδικούνται κατάφωρα οι πολίτες που μοχθούν για να αποκτήσουν τα εφόδιά τους νόμιμα και αξιοκρατικά. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη πολλών φορέων, αλλά η απουσία του κράτους.
Χαρακτηριστικά δηλώνει ο Δρ Δημήτρης Δερπάνης, πρόεδρος της D Group, για το θέμα: «Η ποιότητα στην εκπαίδευση και στην πιστοποίηση δεν είναι προνόμιο. Είναι θεσμική υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία και στις επόμενες γενιές».
Δημήτρης Δερπάνης: «Η αξιοπιστία των πιστοποιήσεων είναι υπόθεση όλων μας»
Με αφορμή τα φαινόμενα πλαστών τίτλων και τη γενικότερη θεσμική αρρυθμία που πλήττει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, η εφημερίδα μας απευθύνθηκε στον πρόεδρο του D Group, Δρ Δημήτρη Δερπάνη. Χωρίς να στοχοποιεί, αλλά με ξεκάθαρο λόγο, θέτει το ζήτημα της άμεσης ανάγκης για θεσμική θωράκιση.
Το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει ξανά η συζήτηση γύρω από τα πλαστά πτυχία και την αξιοπιστία των πιστοποιήσεων. Πώς βλέπετε το ζήτημα;
Πρόκειται για ένα θέμα που αφορά συνολικά την εκπαιδευτική κοινότητα, την αγορά εργασίας και, τελικά, την ίδια την κοινωνία. Οι πιστοποιήσεις και οι τίτλοι σπουδών έχουν αξία μόνο όταν συνοδεύονται από διαφάνεια, αξιοπιστία και
εμπιστοσύνη. Οταν δημιουργούνται αμφιβολίες για τη διαδικασία απόκτησής τους, τότε επηρεάζεται η αξιοπιστία ολόκληρου του συστήματος.
Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι στον τομέα της αγγλικής γλώσσας δραστηριοποιούνται 27 εταιρίες, ενώ είναι μόλις 3 αυτές που είναι διαπιστευμένες από το ΕΣΥΔ. Παράλληλα βλέπουμε παραδοξότητες, όπως η απουσία κριτηρίων σε ξενόγλωσσα εξ αποστάσεως πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών. Τι σας προβληματίζει σε αυτή την εικόνα;
Ο αριθμός σίγουρα δείχνει την παθογένεια. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι να υπάρχουν σαφείς κανόνες λειτουργίας, κοινά πρότυπα ποιότητας και επαρκής εποπτεία. Είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς με ποια διαδικασία διασφαλίζεται η αξιοπιστία όλων των πιστοποιήσεων -είτε εγχώριων είτε διεθνών- και κατά πόσο υπάρχει ένας ενιαίος μηχανισμός που να εγγυάται την ποιότητα και την αξιοκρατία.
Θεωρείτε ότι υπάρχει επαρκής έλεγχος στις πιστοποιήσεις της αγγλικής γλώσσας;
Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί πολλούς ανθρώπους στον χώρο της εκπαίδευσης. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει ποιος είναι ο αρμόδιος ελεγκτικός μηχανισμός, σε ποιον υπάγεται και πώς διασφαλίζεται η νομιμότητα των εξεταστικών διαδικασιών. Η ύπαρξη ενός ξεκάθαρου και διαφανούς πλαισίου εποπτείας ενισχύει την εμπιστοσύνη και προστατεύει τόσο τους υποψηφίους όσο
και τους αξιόπιστους εκπαιδευτικούς οργανισμούς.
Πιστεύετε ότι χρειάζονται αλλαγές στο υφιστάμενο πλαίσιο;
Κάθε σύστημα μπορεί να βελτιώνεται. Ισως είναι η κατάλληλη στιγμή να εξεταστεί η θέσπιση πιο συγκεκριμένων κριτηρίων ελέγχου, η ενίσχυση των διαδικασιών διαπίστευσης και η πρόβλεψη σαφών κυρώσεων σε περιπτώσεις παρατυπιών. Δεν πρόκειται για τιμωρητική προσέγγιση, αλλά για μια προσπάθεια ενίσχυσης της αξιοπιστίας του θεσμού των πιστοποιήσεων.
Ποιο είναι το μήνυμά σας προς την Πολιτεία και την εκπαιδευτική κοινότητα;
Η εκπαίδευση και η πιστοποίηση γνώσεων αποτελούν επένδυση για το μέλλον της χώρας. Οφείλουμε όλοι, Πολιτεία, φορείς και εκπαιδευτικοί οργανισμοί, να διασφαλίσουμε ότι κάθε τίτλος και κάθε πιστοποίηση αντανακλούν πραγματικές γνώσεις και πραγματικές δεξιότητες. Η αξιοπιστία είναι το θεμέλιο της αξιοκρατίας και η προστασία της αποτελεί κοινή ευθύνη. Η εμπιστοσύνη στην εκπαίδευση οικοδομείται μέσα από τη διαφάνεια, την ποιότητα και τον συνεχή έλεγχο των διαδικασιών πιστοποίησης.
Ε.Ε.: Μένει στα… χαρτιά η καταπολέμηση της απάτης
«Μόνο στα χαρτιά» φαίνεται ότι περιορίζεται η πάταξη της απάτης στην Ευρωπαϊκή Ενωση και προς την κατεύθυνση αυτή απαιτείται αποφασιστικότερη δράση. Αυτό προκύπτει από τη νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), σύμφωνα με την οποία η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης καλύπτει τα βασικά στοιχεία που απαιτούνται για την προστασία του προϋπολογισμού της Ε.Ε., αλλά τα σχετικά σχέδια δράσης συχνά υπολείπονται σε φιλοδοξία.
- Κων/νος Σ. Μαργαρίτης
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται σχετικά με την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής επικεντρώνονται κυρίως στην πορεία της υλοποίησης και όχι στα αποτελέσματα ή στον πραγματικό αντίκτυπο. Για το διάστημα 2021-2027 η Επιτροπή διαχειρίζεται κάθε χρόνο, σε συνεργασία με τα κράτη- μέλη, σχεδόν 200 εκατ. ευρώ. Λόγω του αυξανόμενου μεγέθους του ενωσιακού προϋπολογισμού, τα μέτρα προστασίας από την απάτη έχουν αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι δράστες εξελίσσονται παράλληλα με τις τάσεις που αναδύονται στον τομέα της εγκληματικότητας.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μειώνει το κόστος ανάπτυξης συστημάτων απάτης, διευκολύνει την κλιμάκωση και δυσχεραίνει τον εντοπισμό τους, ενώ ο διασυνοριακός χαρακτήρας της οικονομικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της Ε.Ε. περιπλέκει την καταπολέμηση παράνομων πρακτικών.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η Επιτροπή χρειάζεται ένα στιβαρό πλαίσιο προστασίας από την απάτη και αξιόπιστους ελέγχους για την πρόληψή της, τον εντοπισμό ύποπτων περιπτώσεων και την επίλυση των προβλημάτων που προκύπτουν. «Μια στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης δεν αρκεί να υπάρχει μόνο στα χαρτιά» δήλωσε η Ildikó Gáll-Pelcz, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τον έλεγχο.
«Για να προστατεύσει αποτελεσματικά τα χρήματα των πολιτών της Ε.Ε., η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να υιοθετήσει μια περισσότερο φιλόδοξη προσέγγιση και να εστιάσει περισσότερο στα αποτελέσματα». Το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι, εντός του πλαισίου που έχει αναπτύξει η Επιτροπή για την προστασία από την απάτη, οι ρόλοι σε γενικές γραμμές είναι σαφώς καθορισμένοι.
Ωστόσο, επισήμανε ότι για να ενισχυθεί ο ρόλος της εποπτείας σε επίπεδο οργάνου, χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες. Διαπίστωσε επίσης ότι, αν και η στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης βασίζεται στις βασικές αρχές της διαχείρισης του κινδύνου απάτης, εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες στην εκτίμησή του.
Εμπειρογνωσία
Οι σχετικές πηγές πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής εμπειρογνωσίας, δεν αξιοποιούνταν πάντα συστηματικά, ενώ οι διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής δεν επικαιροποιούσαν πάντα εγκαίρως τις στρατηγικές τους για την καταπολέμηση του φαινομένου, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνονται οι προσπάθειες του οργάνου να διατηρεί μια ενημερωμένη εικόνα των κινδύνων απάτης.
Τα σχέδια δράσης της Επιτροπής, σε επίπεδο τόσο οργάνου όσο και επιμέρους υπηρεσιών, καλύπτουν το πλήρες φάσμα των προσπαθειών για την καταπολέμηση της απάτης, με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη και στον εντοπισμό. Ωστόσο, η σύνδεση μεταξύ στόχων και δράσεων δεν είναι πάντα προφανής, πολλές δράσεις στερούνται σαφών χρονοδιαγραμμάτων ή ενδιάμεσων ορόσημων, ενώ και οι φιλοδοξίες δεν είναι ιδιαίτερες. Ολα αυτά δυσχεραίνουν την παρακολούθηση και δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την επάρκεια των σχεδιαζόμενων μέτρων για την επίτευξη των στόχων. Το κλιμάκιο ελέγχου εντόπισε επίσης ελλείψεις στην παρακολούθηση και την αναφορά στοιχείων.
Η Επιτροπή χρησιμοποιεί δείκτες διαφορετικής ποιότητας, γεγονός που δυσχεραίνει τη συνεπή μέτρηση της προόδου και των αποτελεσμάτων. Συνολικά, τα στοιχεία που παρουσιάζονται εστιάζουν περισσότερο στις δράσεις που ολοκληρώθηκαν παρά στην επίτευξη των στόχων ή στον αντίκτυπο που είχαν τα μέτρα.
Τα φαινόμενα απάτης πρέπει να καταπολεμούνται ώστε να διασφαλίζεται ότι τα κονδύλια της Ε.Ε. χρησιμοποιούνται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται και δεν χάνονται λόγω παράνομων πράξεων. Και τα κράτη-μέλη καλούνται να προχωρήσουν πάνω στις συγκεκριμένες οδηγίες.
Καταγγελία-σοκ για συγγενή πρώην βουλευτή
Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδος (ΟΙΕΛΕ) Γιώργος Χριστόπουλος, μιλώντας στην «κυριακάτικη δημοκρατία», κάνει λόγο για ένα φαινόμενο με ανεξέλεγκτες διαστάσεις, που αγγίζει τον πυρήνα της αξιοκρατίας, της ισότητας των ευκαιριών και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
«Το κύκλωμα παραγωγής πλαστών πιστοποιήσεων ξένων γλωσσών και πληροφορικής στην Ελλάδα είναι τεράστιο, πολυπλόκαμο και, δυστυχώς, σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται να αντιμετωπίζεται με τη σιωπηρή ανοχή του κράτους» αναφέρει και συνεχίζει: «Η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Κέντρα ξένων γλωσσών και φορείς υπόσχονται απόκτηση Proficiency μέσα σε μόλις τρεις μήνες, με την καταβολή 800 έως 1.500 ευρώ».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρέβλωσης που, κατά τον ίδιο, επικρατεί στον χώρο των πιστοποιήσεων αποτελεί η σύγκριση της Ελλάδας με τη Γερμανία: «Στη Γερμανία, με περίπου 80 εκατομμύρια κατοίκους, λειτουργούν μόλις τρεις φορείς πιστοποίησης αγγλικής γλώσσας, ενώ στην Ελλάδα 47. Πρόκειται για αδικαιολόγητη εικόνα. Από αυτούς, οι 40 είναι ουσιαστικά “μαϊμού”. Υποτίθεται ότι οι φορείς αυτοί αναγνωρίζονται από το ΑΣΕΠ, όμως στην πράξη δεν υπάρχει έλεγχος».
Στο ίδιο πλαίσιο, κάνει αναφορά και σε πρακτικές, που αλλοιώνουν πλήρως τη διαδικασία πιστοποίησης: «Υπάρχουν περιπτώσεις εικονικών εξετάσεων και στις ξένες γλώσσες και στην πληροφορική. Οι υποψήφιοι εμφανίζονται τυπικά στον εξεταστικό χώρο, πραγματοποιούνται προσχηματικές διαδικασίες και τελικά λαμβάνουν τις πιστοποιήσεις. Στη συνέχεια, με αυτούς τους τίτλους μοριοδοτούνται μέσω ΑΣΕΠ και καταλαμβάνουν θέσεις στο Δημόσιο, στερώντας τες από ανθρώπους που εργάστηκαν πραγματικά, επένδυσαν χρόνο και χρήματα και απέκτησαν τα προσόντα τους με κόπο».
Προς επίρρωση όσων περιγράφει, επικαλείται συγκεκριμένες καταγγελίες που, όπως αναφέρει, έχουν περιέλθει σε γνώση της ομοσπονδίας: «Στα χέρια μου βρίσκεται καταγγελία που αφορά κέντρο ξένων γλωσσών στην Αιτωλοακαρνανία. Σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται, ο ιδιοκτήτης του, ο οποίος είναι συγγενής πρώην βουλευτή, χορηγεί πιστοποιητικά αντί 800 ευρώ, χωρίς να προηγείται καμία εκπαιδευτική ή εξεταστική διαδικασία».
Και συνεχίζει: «Επικοινώνησε μαζί μου και πρώην γενική διευθύντρια του υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης, που μου κατήγγειλε ότι τρεις γυναίκες απέκτησαν αιφνιδίως πιστοποιητικό Proficiency εν μια νυκτί. Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο κατέλαβαν τη θέση της, αλλά εξασφάλισαν και υψηλότερες αποδοχές. Η ίδια προσέφυγε στη Δικαιοσύνη ζητώντας να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, ώστε να διαπιστωθεί αν οι συγκεκριμένες γυναίκες γνώριζαν πράγματι αγγλικά. Ωστόσο, η υπόθεση τέθηκε τελικά στο αρχείο».
Ο ίδιος υποστηρίζει ακόμη ότι το φαινόμενο έχει επεκταθεί και στο διαδίκτυο, όπου πρόσωπα λειτουργούν είτε ως μεσάζοντες ξένων πανεπιστημίων είτε ως μηχανισμοί διακίνησης τίτλων. «Ολοι γνωρίζουν ποιοι είναι» τονίζει, ενώ, κλείνοντας, αναφέρεται στις ενέργειες της ΟΙΕΛΕ προς τη Δικαιοσύνη:
«Εχουμε προσφύγει στην Εισαγγελία και πρόκειται να καταθέσουμε συμπληρωματικά στοιχεία. Είναι θετικό ότι έχει διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση και έχει διαβιβαστεί η υπόθεση σε ανακριτή. Αν όμως η Πολιτεία και το ΑΣΕΠ δεν αντιληφθούν το μέγεθος του προβλήματος, πολύ σύντομα οι τίτλοι δεν θα έχουν καμία αξία».
