Βρέθηκαν απομεινάρια δύο αρχαίων λύκων σε ένα μικρό νησί της Βαλτικής, ανατρέποντας μακροχρόνιες θεωρίες σχετικά με τις πρώιμες σχέσεις ανθρώπων και θηρευτών. Η ανακάλυψη αυτή εγείρει ερωτήματα για το πώς αλληλεπιδρούσαν οι δύο πλευρές, καθώς οι λύκοι δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στο νησί Stora Karlsö, κοντά στη Σουηδία, χωρίς την ανθρώπινη βοήθεια.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι ορισμένες προϊστορικές ανθρώπινες ομάδες ενδεχομένως να διαχειρίζονταν λύκους, τους τάιζαν ή τους κρατούσαν πολύ πριν από την εμφάνιση των πρώτων σκύλων. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν πως παραμένουν ανοιχτές και άλλες ερμηνείες.
Σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, τα λύματα χρονολογούνται από περίπου 3.000 έως 5.000 χρόνια πριν και ανακαλύφθηκαν στο σπήλαιο Stora Förvar, έναν χώρο που χρησιμοποιούσαν κυνηγοί φώκιας και ψαράδες κατά τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, συνδυάζει αρχαιολογικά δεδομένα, γενετικές αναλύσεις, ανάλυση ισοτόπων και σκελετικά ευρήματα, προκειμένου να διερευνήσει τη σχέση ανθρώπων και λύκων στην προϊστορική Σκανδιναβία.
Τα ευρήματα δείχνουν πως οι λύκοι δεν θα μπορούσαν να είχαν αυτοσυντηρηθεί στο νησί, καθιστώντας την ανθρώπινη μεταφορά την πιο πιθανή εξήγηση για την παρουσία τους. Αναλύοντας δύο δείγματα, οι ερευνητές διαπίστωσαν πως και τα δύο προέρχονταν από γκρίζους λύκους, χωρίς να έχουν γενετική σύνδεση με τους οικόσιτους σκύλους, και περισσότερο μοιάζουν με αρχαίους ευρασιατικούς λύκους.
Οι ισότοπες αναλύσεις κατέδειξαν ότι τα ζώα κατανάλωναν κυρίως θαλάσσιες πρωτεΐνες, όπως ψάρια και φώκιες, μια διατροφή που ταιριάζει με αυτή των ανθρώπινων κοινοτήτων στο νησί, υποδηλώνοντας πως οι λύκοι ζούσαν σε στενή σχέση με τους ανθρώπους και πιθανώς έτρωγαν τροφή που σχετιζόταν με αυτούς.
Επιπλέον, τα ευρήματα έδειξαν ότι και οι δύο λύκοι ήταν σχετικά μικροί σε μέγεθος σε σύγκριση με τους σύγχρονους λύκους της Σκανδιναβίας, ενώ ένας είχε χαμηλή γενετική ποικιλομορφία, γεγονός που μπορεί να οφείλεται σε απομόνωση ή ανθρώπινη διαχείριση, αν και δεν αποκλείονται και φυσικές εξηγήσεις.
Ο Linus Girdland-Flink από το Πανεπιστήμιο του Αμπερντίν τόνισε πως η ανακάλυψη ήταν απρόσμενη, καθώς οι λύκοι διατηρούσαν την ευρασιατική καταγωγή τους και φαίνεται να ζούσαν σε απομακρυσμένη περιοχή που θα μπορούσε να προσεγγιστεί μόνο με πλωτά μέσα. Τα ευρήματα, σύμφωνα με τον ίδιο, προσφέρουν μια πολύπλοκη εικόνα της σχέσης ανθρώπων και λύκων στο παρελθόν.
Η συζήτηση γύρω από την εξημέρωση των λύκων επεκτείνεται, καθώς η μελέτη εξετάζει αν οι λύκοι σταδιακά προσαρμόστηκαν στους ανθρώπινους οικισμούς ή αν οι πρώτοι άνθρωποι διαχειρίζονταν κουτάβια λύκων από την αρχή. Οι λύκοι του Stora Karlsö δεν ταιριάζουν απόλυτα σε κανένα από τα δύο σενάρια.
Σύμφωνα με το PNAS, ο συνδυασμός απομόνωσης, διατροφής από το θαλάσσιο περιβάλλον, μικρού μεγέθους και χαμηλής γενετικής ποικιλομορφίας υποδηλώνει ότι ίσως τα ζώα αυτά να ήταν υπό κάποιο βαθμό ανθρώπινης επιρροής, αν και άλλες ερμηνείες παραμένουν πιθανά.
Ένας από τους λύκους έφερε σοβαρό τραυματισμό σε οστό άκρου, πιθανώς περιορίζοντας την κινητικότητά του. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι το ζώο επέζησε αρκετό καιρό ώστε ο τραυματισμός να αφήσει εμφανές σημάδι στον σκελετό του, υποδεικνύοντας πως ίσως δεν εξαρτιόταν μόνο από το κυνήγι μεγάλων θηραμάτων.
Ο Pontus Skoglund από το Ινστιτούτο Francis Crick ανέφερε πως η ομάδα περίμενε πως τα λείψανα θα ανήκαν σε σκύλο και όχι σε λύκο. Τα ευρήματα, είπε, δείχνουν πως σε ορισμένα περιβάλλοντα, οι προϊστορικοί άνθρωποι ίσως να κρατούσαν λύκους στους οικισμούς τους και να έβλεπαν σε αυτό κάποιο πλεονέκτημα.
