Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει καλλιεργήσει, ιδιαιτέρως κατά τα τελευταία έτη, την εικόνα μιας εξουσίας που θεωρεί ότι δεν αμφισβητείται ουσιαστικά από κανέναν. Αρκεί να παρακολουθήσει κάποιος τις δημόσιες εμφανίσεις κορυφαίων στελεχών της, όπως ο Αδωνις Γεωργιάδης ή ο Μάκης Βορίδης κ.ά., που χαρακτηρίζονται από έναν τόνο απολυτότητας, που δύσκολα επιτρέπει τον διάλογο. Σε τηλεοπτικά πάνελ, συνεντεύξεις, δηλώσεις, περιοδείες τους δεν προβάλλεται μια πολιτική μετριοπάθεια, αλλά μια επικοινωνιακή επίδειξη ισχύος. Αντί να απαντώνται επί της ουσίας τα όποια επιχειρήματα κριτικής που ασκείται, επιχειρείται η απαξίωση όσων τα διατυπώνουν.
Κατά την άσκηση της εξουσίας υπάρχει ένα σημείο όπου η αυτοπεποίθηση μετατρέπεται σε αλαζονεία και η όποια κυβερνητική εντολή εκλαμβάνεται πλέον ως πιστοποιητικό αλάθητου. Στο σημείο αυτό δείχνει να βρίσκεται πλέον η κυβέρνηση της Ν.Δ. Στο σημείο κατά το οποίο ο κάθε αντίπαλος αντιμετωπίζεται με ειρωνεία και περιφρόνηση. Ενα πολιτικό ύφος που γίνεται όλο και πιο προκλητικό και έντονο όσο περνά ο χρόνος. Η κυβέρνηση δείχνει να πιστεύει ότι δεν χρειάζεται πλέον να πείθει, αλλά να επιβάλλει την άποψή της.
Φυσικά αυτή η συμπεριφορά δεν γεννήθηκε ξαφνικά. Αποτελεί απότοκο μιας κατακερματισμένης αντιπολίτευσης, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά της Ν.Δ. Και όταν απέναντί σου δεν διακρίνεις κάποιον που να μπορεί να διεκδικήσει αξιόπιστα την εξουσία, δεν είναι δύσκολο να πείσεις τον εαυτό σου ότι μπορείς να μιλάς με αμετροέπεια και χωρίς αυτοσυγκράτηση, αλλά και να συμπεριφέρεσαι σαν να μη υπάρχει πολιτικό κόστος.
Προφανώς και όλα αυτά δεν αποτελούν γνωρίσματα μιας ώριμης δημοκρατίας, αφού η όποια αδυναμία της αντιπολίτευσης δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση σεβασμού προς τους πολίτες και τον δημόσιο διάλογο. Κι αυτό γιατί η δημοκρατία δεν λειτουργεί με όρους επικοινωνιακής κυριαρχίας, αλλά απαιτείται να πείθει με την ποιότητα των επιχειρημάτων των εκπροσώπων της. Ο δημόσιος λόγος οφείλει να υπηρετεί έναν πολιτικό πολιτισμό και όχι να τον υπονομεύει.
Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων κυβερνήσεων που κάποια στιγμή θεώρησαν ότι η εκλογική ισχύς τους είναι ανεξάντλητη και ότι η κυριαρχία τους είναι δεδομένη. Ολες τους ανακάλυψαν, αργά ή γρήγορα, ότι οι πολίτες κουράζονται από την έπαρση πολύ γρηγορότερα από ό,τι από τα λάθη μιας κυβέρνησης. Μπορούν εύκολα να συγχωρήσουν ένα λάθος, αλλά σχεδόν ποτέ την περιφρόνηση. Γι᾽ αυτό και η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα πρέπει να θυμάται πάντα ότι η αλαζονεία δεν είναι ένδειξη δύναμης αλλά προάγγελος φθοράς και ότι όταν μια εξουσία πιστεύει ότι δεν χρειάζεται να λογοδοτεί, τότε έχει ήδη απομακρυνθεί από την κοινωνία που την είχε αναδείξει.
Η πολιτική ισχύς δεν μετριέται ούτε από την ένταση της φωνής ούτε από την επιθετικότητα των τηλεοπτικών εμφανίσεων. Συντηρείται, καλλιεργείται και μετριέται από την ικανότητα μιας κυβέρνησης να εμπνέει σεβασμό ακόμα και στους διαφωνούντες με αυτήν. Και αυτό το κριτήριο φαίνεται πως το έχει αποποιηθεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, που δείχνει να θέλει να κερδίσει αυτόν το σεβασμό με λάθος τρόπο, διά της αλαζονείας που επιδεικνύει. Καλό είναι να θυμούνται όμως όλοι οι κυβερνητικοί παράγοντες ότι καμιά εξουσία δεν είναι ούτε μόνιμη ούτε ανεξέλεγκτη και ότι η όποια εκτίμηση των πολιτών προς αυτήν κατακτάται μόνο με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και σεβασμό προς τους θεσμούς. Αλλιώς η πτώση, εκτός από οδυνηρή, θα είναι και απότομη.


