Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχείρησε να υποβαθμίσει τη σημασία του casus belli κατά της Ελλάδας, κατά τη συνέντευξη Τύπου μετά τη λήξη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο Τούρκος πρόεδρος χαρακτήρισε «λανθασμένη» την αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στο θέμα.
Ο Ερντογάν, με ένα ακατανόητο τόσο διπλωματικά όσο και… πρακτικά επιχείρημα, ισχυρίστηκε ότι η συντριπτική πλειονότητα των Τούρκων πολιτών «δεν γνωρίζει καν τι σημαίνει ο όρος casus belli» και υποστήριξε ότι δεν υπάρχει λόγος να επιβαρύνονται οι δύο λαοί με τέτοια ζητήματα. «Ελάτε να καθίσουμε, να μιλήσουμε και να τελειώνουμε με αυτό το θέμα» είπε χαρακτηριστικά, καλώντας την ελληνική πλευρά σε απευθείας διάλογο. Διάλογο βεβαίως ο οποίος θα γίνει επί της ελληνικής κυριαρχίας και όχι με βάση το Διεθνές Δίκαιο αλλά τις τουρκικές απαράδεκτες διεκδικήσεις.
Η τοποθέτησή του, πάντως, δεν συνοδεύτηκε από καμία δέσμευση ή έστω υπαινιγμό για άρση της απόφασης της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995. Η συγκεκριμένη απόφαση παραμένει πλήρως ενεργή και προβλέπει ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια θα αποτελέσει αιτία πολέμου κατά της χώρας μας, δίχως μάλιστα να χρειαστεί κάποιου είδους διαδικασία εντός του τουρκικού Κοινοβουλίου, το οποίο έχει «προεγκρίνει» πολεμικές επιχειρήσεις κατά της χώρας μας στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Με εντελώς υποκριτικό τρόπο, ο Ερντογάν επανέλαβε ακόμα μία φορά το γνωστό του επιχείρημα για απευθείας διάλογο μεταξύ των δύο χωρών για την επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο, προτείνοντας συνέχιση των συνομιλιών σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών και, εφόσον χρειαστεί, νέα συνάντηση των δύο ηγετών. Παρά την προσπάθεια υποβάθμισης του ζητήματος, η απειλή του casus belli παραμένει σε ισχύ και συνεχίζει να αποτελεί όχι μόνο σημείο τριβής στα Ελληνοτουρκικά αλλά και πηγή αστάθειας για τη νοτιοανατολική Μεσόγειο.