Ραγδαίες είναι οι εξελίξεις στην υπόθεση του θανατηφόρου εμπρησμού του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου τον Μάιο του 2010, που κόστισε τη ζωή σε τρεις εργαζόμενους, ανάμεσά τους και μια έγκυος γυναίκα.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της νεοσύστατης Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (γνωστής και ως «ελληνικό FBI») προχώρησε στη σύλληψη δύο ημεδαπών, ηλικίας 42 ετών, δυνάμει σχετικών ενταλμάτων, ενώ για την ίδια υπόθεση αναζητείται και μία γυναίκα.
Όπως έγινε γνωστό από αστυνομικές πηγές, η άκρη του νήματος που οδήγησε στην ταυτοποίηση των δύο 42χρονων κρυβόταν σε υλικό της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας από μια εντελώς ανεξάρτητη υπόθεση. Πρόκειται για φωτογραφίες που είχαν εντοπιστεί το 2020 σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, κατά τη διάρκεια ερευνών σε αποθήκη εκρηκτικών στο Κουκάκι. Για την υπόθεση εκείνη είχε συλληφθεί ένας παλαιός γνώριμος των αρχών από τον αναρχικό χώρο.
Στο ψηφιακό αυτό υλικό, ο ένοικος της αποθήκης εμφανιζόταν σε διακοπές, έναν χρόνο πριν από την τραγωδία της Marfin (το 2009), μαζί με τουλάχιστον έναν εκ των δύο σημερινών συλληφθέντων. Ο 42χρονος έφερε πάνω του προσωπικά αντικείμενα που ήταν ολόιδια με εκείνα που κατέγραψαν οι κάμερες ασφαλείας να φοράει ένας από τους κουκουλοφόρους που πυρπόλησαν την τράπεζα.
Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, μέσω της Υποδιεύθυνσης Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας, επιστράτευσε προηγμένες μεθοδολογίες και ειδικούς αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης για να αναλύσει το παλιό και το νέο υλικό.
Με την εφαρμογή αυτών των σύγχρονων τεχνολογιών, οι αρχές πέτυχαν την ανάκτηση δεδομένων χαμηλού επιπέδου από το κατεστραμμένο σύστημα καταγραφής της τράπεζας, προσδιορίζοντας με ακρίβεια δευτερολέπτου το χρονικό στίγμα της επίθεσης. Παράλληλα, αναβαθμίστηκε η ποιότητα και η ευκρίνεια του παλαιότερου οπτικού υλικού, γεγονός που επέτρεψε την τεκμηριωμένη ταυτοποίηση των μορφολογικών χαρακτηριστικών των δραστών, αλλά και το «κλείδωμα» της μοναδικότητας των προσωπικών αντικειμένων που φορούσαν.
Η αναλυτική έκθεση που συντάχθηκε από τα εγκληματολογικά εργαστήρια οδήγησε τον αρμόδιο Εισαγγελέα στο να ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο αγνώστων δραστών και να διατάξει τη διενέργεια κύριας ανάκρισης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., στις 5 Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια μεγάλης πορείας στο κέντρο της Αθήνας, έδρασε μια οργανωμένη ομάδα, η οποία αρχικά ήταν χωρισμένη σε δύο υποομάδες.
Αφού συγκεντρώθηκαν κοντά στην τράπεζα και συνεννοήθηκαν, ορισμένα μέλη αποκόπηκαν έχοντας ξεκάθαρο εκτελεστικό ρόλο. Αυτά τα άτομα έσπασαν τη τζαμαρία της εισόδου, πέταξαν στο εσωτερικό τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ και εύφλεκτο υγρό που επιτάχυνε τη φωτιά, εγκλωβίζοντας θανάσιμα τους τρεις υπαλλήλους. Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας λειτουργούσαν υποστηρικτικά, παρέχοντας κάλυψη και επιχειρησιακή προστασία στους φυσικούς αυτουργούς. Μετά την επίθεση, οι δράστες διέφυγαν και συμμετείχαν και σε άλλα επεισόδια κατά καταστημάτων και οχημάτων.
Στις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στα σπίτια των κατηγορουμένων εντοπίστηκε και κατασχέθηκε πλήθος ψηφιακών πειστηρίων, όπως laptops, σκληροί δίσκοι, USB sticks και κινητά τηλέφωνα. Επιπλέον, στο σπίτι του ενός συλληφθέντος βρέθηκαν 18,6 γραμμάρια κατεργασμένης κάνναβης σε μορφή σοκολάτας, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί σε βάρος του και αυτοτελής δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.
Σημειώνεται ότι ο ένας εκ των δύο 42χρονων έχει απασχολήσει και στο παρελθόν τις διωκτικές αρχές για υπόθεση ναρκωτικών. Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν ήδη στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
