Οκτώ χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την εθνική τραγωδία στο Μάτι που έμελλε να στιγματίσει το πανελλήνιο, με της εκδηλώσεις μνήμης να κορυφώνονται στο Κόκκινο Λιμανάκι, για τους 104 ανθρώπους – ανάμεσά τους και πολλά παιδιά- που βρήκαν τραγικό θάνατο, στην μεγάλη πυρκαγιά.
Για τους συγγενείς των θυμάτων και τους επιζώντες, ο χρόνος μοιάζει να πάγωσε για πάντα εκείνο το απόγευμα. Άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους επειδή δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, άλλοι εγκλωβίστηκαν μέσα στα αυτοκίνητά τους, ενώ αρκετοί προσπάθησαν να σωθούν πέφτοντας στη θάλασσα, όπου τελικά πνίγηκαν από την εξάντληση. Κάποιοι, κυνηγημένοι από τις φλόγες, αναγκάστηκαν να πέσουν από γκρεμούς αναζητώντας μια τελευταία διέξοδο διαφυγής.
Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας αποκάλυψε το πραγματικό μέγεθος της ανείπωτης καταστροφής. Διασώστες, συγγενείς αγνοουμένων, κάτοικοι και δημοσιογράφοι ήρθαν αντιμέτωποι με εικόνες που δύσκολα μπορούν να περιγραφούν. Τότε έγινε αντιληπτό το εύρος της ανθρώπινης τραγωδίας, ενώ τις επόμενες ημέρες αποκαλύπτονταν διαρκώς ιστορίες που συγκλόνισαν ολόκληρη τη χώρα. Ανάμεσα στα θύματα ήταν άνθρωποι που δεν είχαν καν προορισμό το Μάτι, αλλά οδηγήθηκαν προς την περιοχή όταν η Αστυνομία διέκοψε την κυκλοφορία στην κεντρική οδική αρτηρία. Εγκλωβίστηκαν στα στενά δρομάκια του οικισμού χωρίς δυνατότητα διαφυγής και βρήκαν τραγικό θάνατο. Άλλοι κοιμούνταν στα σπίτια τους και, καθώς δεν υπήρξε οργανωμένη προσπάθεια προειδοποίησης ή εκκένωσης, δεν κατάφεραν να απομακρυνθούν εγκαίρως. Παράλληλα, δεκάδες επιζώντες χρειάστηκε να παραμείνουν για ώρες μέσα στη θάλασσα μέχρι να διασωθούν, ενώ πολλοί εγκαυματίες συνεχίζουν μέχρι σήμερα να δίνουν καθημερινό αγώνα σωματικής και ψυχικής αποκατάστασης. Το βασανιστικό «γιατί» για τις σοβαρές αστοχίες και τα λάθη του κρατικού μηχανισμού εξακολουθεί να συνοδεύει όσους επέζησαν της τραγωδίας.
Το χρονικό της ανείπωτης τραγωδίας
Ο εφιάλτης για εκατοντάδες ανθρώπους ξεκίνησε στις 23 Ιουλίου 2018, όταν περίπου στις 13:30 εκδηλώθηκε μεγάλη πυρκαγιά κοντά στην Κινέτα. Στο σημείο κινητοποιήθηκαν ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις, όμως λίγες ώρες αργότερα ξέσπασε δεύτερη φωτιά στην Πεντέλη. Για την πυρκαγιά αυτή καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή ένας 65χρονος, ο οποίος, παρά τους θυελλώδεις ανέμους που επικρατούσαν εκείνη την ημέρα, έβαλε φωτιά στην αυλή του για να κάψει ξύλα.
Οι εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες επέτρεψαν στις φλόγες να εξαπλωθούν με τρομακτική ταχύτητα. Το πύρινο μέτωπο κινήθηκε προς τα ανατολικά, απειλώντας τον Νέο Βουτζά, το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, κοντά στη Ραφήνα. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο επικράτησε απόλυτο χάος. Κάτοικοι και επισκέπτες εγκλωβίστηκαν σε αυτοκίνητα, σε στενούς δρόμους αλλά και κατά μήκος της ακτογραμμής, αναζητώντας απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής, την ώρα που οι ελλείψεις στον συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών επιδείνωναν δραματικά την κατάσταση.

«Όπου πήγαινα η φωτιά ήταν από πίσω. Δεν προλάβαινα. Μπροστά εγώ με τη μηχανή κι η φωτιά λες και με κυνήγαγε», είχε εξιστορήσει ένα χρόνο αργότερα, ο εγκαυματίας, Δημήτρης Φιλιππής, ενώ έτερη κάτοικος της περιοχής είχε περιγράψει: «Πανζουρλισμός. φόβος, ουρλιαχτά, οι κάφτρες πετάγονταν μέχρι τα κύμματα, μέχρι τη θάλασσα».
Ο τραγικός απολογισμός ανήλθε σε 104 νεκρούς, ανάμεσά τους 11 παιδιά, με το μικρότερο θύμα να είναι μόλις έξι μηνών. Εκτός από Έλληνες πολίτες, τη ζωή τους έχασαν και άνθρωποι από την Πολωνία, την Ιρλανδία, το Βέλγιο και τη Γεωργία. Παράλληλα, σχεδόν 200 τραυματίες διακομίστηκαν σε νοσοκομεία, με πολλούς εγκαυματίες να κουβαλούν μέχρι σήμερα ανεξίτηλα τα σημάδια της καταστροφής.
Το πρωί της 24ης Ιουλίου, ενώ οι έρευνες για τον εντοπισμό αγνοουμένων βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη, οι διασώστες εντόπισαν σε οικόπεδο πάνω από την ακτή τις σορούς 26 ανθρώπων. Είχαν καταφύγει εκεί προσπαθώντας να φτάσουν στη θάλασσα, όμως βρέθηκαν μπροστά σε γκρεμό χωρίς δυνατότητα διαφυγής.
«Το πύρινο μέτωπο τους πιέζει από δυτικά. Οπότε βρίσκουν τις δύο πόρτες ανοιχτές, την πρώτη και τη δεύτερη, μπαίνουν σε αυτή την πόρτα και μαζί με τους ιδιοκτήτες τρέχουν και κατεβαίνουν στο πρανές της παραλίας, μέσα από τα σκαλοπάτια. Η δεύτερη ομάδα, επειδή έχει αυτήν την καθυστέρηση των τριών τεσσάρων λεπτών δυστυχώς εισέρχεται σε αυτήν την πόρτα έχοντας τη φλόγα πλέον να τους απειλεί μπαίνουν στο οικόπεδο αλλά αυτά τα τρία μοιραία λεπτά έπαιξαν καθοριστικό ρόλο γιατί έρχεται ταυτόχρονα η παραλιακή φλόγα μέσω του ρέματος, τ ο οποίο τους εγκλωβίζει μέσα στο κτήμα και καίγονται», είχε περιγράψει ένας άλλος κάτοικος στο Μάτι, ο Πέτρος Φράγκος.
Η ενοχή των κατηγορουμένων
Τον περασμένο Μάιο, οι τρεις καταδικασμένοι σε πολυετή ποινή φυλάκισης, κρίθηκαν αμετάκλητα ένοχοι, από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις αναίρεσης των καταδικασμένων πρώην υψηλόβαθμων πυροσβεστών Σωτήρη Τερζούδη και Βασίλη Ματθαιόπουλου αλλά και του πρώην Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, Ιωάννη Καπάκη που τον Ιούνιο του 2025 καταδικάστηκαν σε 340 χρόνια φυλάκιση με εκτιτέα τα 5, για την φωτιά στο Μάτι.
Και οι τρεις οδηγήθηκαν στη φυλακή, αφού δεν τους αναγνωρίστηκε κανένα ελαφρυντικό. Μαζί τους στη φυλακή οδηγήθηκε τότε και ο πρώην Διοικητής ΕΣΚΕ Ιωάννης Φωστιερης.
Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμόν 694/2026 απόφασή του, αναίρεσε την εφετειακή απόφαση για τους τρεις που προσέφυγαν ενώπιόν του, μόνο για το σκέλος της μη χορήγησης ελαφρυντικού και αναπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση ενώπιον Εφετείου, μόνο γι’ αυτό το σκέλος.
Από την πλευρά τους, οι συγγενείς έχουν ασκήσει εφέσεις, δίνοντας σκληρή μάχη, ώστε να μη μειωθούν οι ποινές των τριών βασικών κατηγορουμένων, ενώ η δικαστική διαδικασία που αφορά τους εγκαυματίες δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, γεγονός που αυξάνει το αίσθημα της μη απόδοσης δικαιοσύνης εν συνόλω.
Προσφυγή συγγενών για τον «ομαδικό τάφο» στη Νέα Μάκρη
Υπενθυμίζεται πως πριν από τρεις ημέρες, τα μέλη του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων κι Εγκαυματιών υπέβαλαν αναφορά στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, για έρευνα αναφορικά με το περιεχόμενο ομαδικού τάφου στη Νέα Μάκρη, όπου, όπως υποστηρίζουν, εντοπίστηκαν υπολείμματα σορών και αταυτοποίητα μέλη.
Με την αναφορά που υπέβαλαν, ζητούν τη διενέργεια εισαγγελικής έρευνας, με σκοπό να διαπιστωθεί τι είναι αυτός ο χώρος, σε ποιους ανήκουν τα ανθρώπινα υπολείμματα, αλλά και να ερευνήσουν τι απέγινε σορός γυναίκας που εντοπίστηκε στη θάλασσα, μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο Σχιστού και τάφηκε μετά από αρκετό καιρό. Ακόμη, καλούν να διαπιστωθεί αν ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες ταυτοποίησης και παράδοσης σορών, καθώς όπως υποστηρίζουν στη δίκη αναδείχθηκαν λάθη στην παράδοση σορών στους συγγενείς.
«Με την αναφορά που καταθέτουμε ζητούμε να διερευνηθούν πλήρως πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που, κατά την άποψή μας, επιβάλλουν περαιτέρω έλεγχο. Οι οικογένειες όλων των θυμάτων έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ότι οι οικείοι τους, όπως και όποια ανθρώπινα λείψανα, αντιμετωπίστηκαν με τον σεβασμό που επιβάλλει ο νόμος και ότι κάθε κρίσιμο στοιχείο αξιολογήθηκε», ανέφερε σε δηλώσεις της, η πρόεδρος του Συλλόγου, Κάλλι Αναγνώστου και συμπλήρωσε:
«Η πλήρης διαλεύκανση αποτελεί για εμάς τον ελάχιστο φόρο τιμής που μπορούμε να προσφέρουμε στους νεκρούς. Για την πολιτεία είναι η ελάχιστη υποχρέωση απέναντι στα θύματα, στις οικογένειές τους και στην ίδια την απονομή της δικαιοσύνης».
