Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλτ Τραμπ έχει αναθέσει στον «υπερπρέσβη» Τομ Μπάρακ την αναδιαμόρφωση και τον έλεγχο από τις ΗΠΑ της Εύφορης Ημισελίνου, μιας ιστορικής περιοχής που καταλαμβάνουν τα εξής σύγχρονα κράτη: Ιράκ, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ, Παλαιστίνη (υπό ίδρυση), Ιορδανία, Αίγυπτος, καθώς και τμήματα της νοτιοανατολικής Τουρκίας και του δυτικού Ιράν.
Άρθρο του Σ. Καλεντερίδη
Αυτό το σχέδιο περιλαμβάνει την υπογραφή συμφωνιών των εν λόγω κρατών κυρίως με μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, που προβλέπουν την εκμετάλλευση κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, την κατασκευή αγωγών για τη μεταφορά τους στις διεθνείς αγορές, την ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ τους, την κατασκευή υποδομών, όπως δρόμοι, σιδηρόδρομοι και λιμάνια, με το σκεπτικό ότι όλα αυτά θα εξασφαλίσουν τον έλεγχό τους από τις ΗΠΑ, χωρίς να είναι απαραιτήτως αναγκαία η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή.
Δηλαδή, το σχέδιο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, την εξάλειψη των προβλημάτων που υφίστανται μεταξύ των ως άνω χωρών, μέσω της υπογραφής συμφωνιών για τα προαναφερθέντα έργα, τα οποία θα εξασφαλίσουν, πέραν της ενεργειακής ασφάλειας και της γεωπολιτικής τους αναβάθμισης, επενδύσεις και ανάπτυξη, που είναι ζητούμενο για όλες τις χώρες και τους λαούς της περιοχής.
Δεν είναι τυχαίο που η υλοποίηση αυτού του φιλόδοξου σχεδίου ανατέθηκε στον πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, ο οποίος είναι δισεκατομμυριούχος και προσωπικός φίλος και υποστηρικτής του Ντόναλτ Τραμπ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε αναθέσει στον Τομ Μπάρακ να ασκεί παράλληλα με τα καθήκοντά του στην Άγκυρα και αυτά του Ειδικού Απεσταλμένος για τη Συρία από τον Μάιο του 2025. Η συγκεκριμένη εξάμηνη ανανεώσιμη θητεία του ολοκληρώθηκε επίσημα την Παρασκευή 29 Μαΐου 2026. Και ενώ ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μπάρκο Ρούμπιο, στα τέλη Μαΐου ανακοίνωσε μέσω της πλατφόρμας Χ ότι έληξε η θητεία του, λίγες ώρες μετά ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε μέσω του Truth Social τον διορισμό του Μπάρακ ως Ειδικού Προεδρικού Απεσταλμένου για τη Συρία και το Ιράκ.
Αυτή η προσβλητική για τον Μάρκο Ρούμπιο ενέργεια του Αμερικανού προέδρου ήταν δηλωτική του ειδικού ρόλου που είχε αναθέσει ο Ντόναλτ Τραμπ στον φίλο και συνεργάτη του Τομ Μπάρακ, για την υλοποίηση του σχεδίου που αδρομερώς περιγράψαμε παραπάνω, σχέδιο που προφανώς είναι πρωτοβουλία του Λευκού Οίκου και εμπλέκει αναλόγως εταιρείες και συμφέροντα επιλογής του Ντόναλτ Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κατά την επίσκεψή του στην Άγκυρα, πριν τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά τη Σύνοδο Κορυφής με τον πρώην ισλαμιστή τρομοκράτη και τώρα πρόεδρο της Συρίας και αξιόπιστο συνομιλητή του Τραμπ, Αχμέτ Αλ Σάρα, ενώ λίγα εικοσιτετράωρα μετά ο νέος πρωθυπουργός του Ιράκ, Αλί αλ-Ζαΐντι, συναντήθηκε με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, πραγματοποιώντας το πρώτο του επίσημο ταξίδι στο εξωτερικό από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του.
Εντύπωση προκάλεσε σε διπλωματικούς κύκλους το γεγονός ότι η συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν και οι επακολουθήσασες συνομιλίες του Μάρκο Ρούμπιο, του Πιτ Χέγκσεθ και των συνεργατών τους με τους Τούρκους ομολόγους τους διήρκεσαν έξι ολόκληρες ώρες, ενδεικτικών του εύρους και της σοβαρότητας των θεμάτων που συζητήθηκαν.
Να σημειωθεί επίσης ότι το προαναφερθέν σχέδιο προφανώς θα υποστηριχθεί από το ΝΑΤΟ, μέσω του στρατηγείου και του πολυεθνικού σώματος που συγκροτείται στα Άδανα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η χώρα-πυλώνας για αυτό το φιλόδοξο σχέδιο είναι η Τουρκία, αφού οι σιδηρόδρομοι, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και ένας αγωγός θα καταλήξουν στην Τουρκία, η οποία θα είναι συνδετήριος χώρα με την Ευρώπη.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις διαδικασίες ενίσχυσης του ευρωπαϊκού σκέλους του ΝΑΤΟ, στο οποίο η Τουρκία ούτε λίγο ούτε πολύ διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο, λόγω του μεγέθους του στρατού της και της αμυντικής της βιομηχανίας, έχει ανοίξει την «όρεξη» στην Τουρκία να αλώσει και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και δεν μιλάμε για μερικά δισεκατομμύρια ευρώ μέσω του SAFE, αλλά για ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια, στόχος που αν τον πετύχει η Άγκυρα, ακυρώνει σε ένα βαθμό το συγκριτικό πλεονέκτημα που απέκτησε η Αθήνα και η Λευκωσία με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έστωσαν υπ’ όψιν τα ανωτέρω.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
