Άρθρο του Κ. Δ. Γουσίδη
Ένα αντρόγυνο χρειάζεται να πληρώσει 600 – 700 ευρώ προκειμένου να μείνει σε ένα σχετικά καλό διαμέρισμα, ειδικά αν έχει ή σκοπεύει να κάνει παιδί. Προσθέστε τα πάγια (ρεύμα, θέρμανση, νερό, τηλέφωνο κοινόχρηστα) και η λυπητερή φτάνει ή υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ τον μήνα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμα εντονότερο αν έχεις παιδί που πέρασε σε κάποιο ΑΕΙ, αλλά δυστυχώς όχι στην πόλη όπου μένεις. Ένας φοιτητής από μια άλλη πόλη που έρχεται στη Θεσσαλονίκη, θα πληρώσει τουλάχιστον 400 ευρώ για να βρει κάποια «καμαρούλα μια σταλιά» και σίγουρα άλλα 200-300 σε πάγια. Και καθώς οι νέοι έχουν την… κακή συνήθεια να θέλουν να τρώνε κάθε μέρα (και τρώνε πολύ!), πρέπει να ξοδέψει για φαγητό τουλάχιστον άλλα 300 ευρώ. Κοντολογίς, περίπου 1.000 ευρώ μόνο για φαΐ και ύπνο. Ακόμα κι αν το παιδί βρει κάποια δουλειά για ένα μεροκάματο, οι γονείς θα χρειαστούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη.
Στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 200.000 φοιτητές που σπουδάζουν μακριά από την πόλη τους. Από αυτούς, λιγότερο από το 5% έχει την τύχη να μπορέσει να βρει μια κλίνη σε κάποια φοιτητική εστία. Όλοι οι άλλοι πρέπει να πληρώσουν (δηλαδή, οι γονείς τους). Δεν γνωρίζω πόσοι μπορούν πραγματικά να αντεπεξέλθουν σε αυτά τα έξοδα.
Και πολύ λιγότερο γνωρίζω πόσοι είναι αναγκασμένοι να προσαρμόσουν τα όνειρά τους στα οικονομικά δεδομένα των γονιών τους: να επιλέξουν σχολές που δεν τους ενδιαφέρουν αλλά έχουν το πλεονέκτημα να βρίσκονται στην πόλη τους (και μετά έχει ο Θεός), να μην σπουδάσουν καθόλου, ή να πάνε σε κάποιο ΙΕΚ (όπου και πάλι πρέπει να πληρώσουν, αλλά ευτυχώς λιγότερα).
Όπως έχουν τα πράγματα, η υποτίθεται δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση εξελίσσεται όλο και περισσότερο σε… πολυτέλεια και σε άθλημα για (σχετικά) πλούσιους, με ό,τι συνέπειες αυτό μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα για τη χώρα.
ΥΓ: Αν όλες οι κυβερνήσεις είχαν την προνοητικότητα να δημιουργηθούν μερικές χιλιάδες επιπλέον κλίνες σε φοιτητικές εστίες, δεν θα είχαν βοηθηθεί μόνο οι φοιτητές, αλλά θα αυτό θα συνεισέφερε αποφασιστικά και στο να διατηρηθούν τα ενοίκια για όλους σε πιο… ανθρώπινα επίπεδα!
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»
