Ολοι οι Ελληνες θα πρέπει να επισκεφθούμε τη Σύρο τουλάχιστον μία φορά στη ζωή μας. Ο λόγος είναι απλός, όπως συμβαίνει πάντα με τις μεγάλες αλήθειες. Στην Ερμούπολη αντιλαμβάνεσαι διά γυμνού οφθαλμού πώς θα μπορούσε να έχει αναπτυχθεί το κράτος μας αν είχε καταφέρει να υιοθετήσει το πνεύμα δημιουργίας που κυριάρχησε στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων αμέσως μετά την απελευθέρωσή μας από τον οθωμανικό ζυγό.
Ας ξεκινήσουμε όμως από τα τωρινά, πριν αναφερθούμε στη σπουδαία κληρονομιά των Συριανών. Οι άνθρωποι εκεί είναι ευγενείς και φιλόξενοι. Πρόθυμοι να σε εξυπηρετήσουν, λέγοντάς σου με καμάρι και δυο κουβέντες που γνωρίζουν για την ιστορία του τόπου τους. Τα καταστήματα είναι καλόγουστα, δίχως τις υπερβολές του επαρχιώτικου νεοπλουτισμού. Η πόλη είναι πεντακάθαρη ! Τα σπίτια είναι περιποιημένα. Η αισθητική όλων των κτιρίων, από τα πέτρινα μέγαρα της ακμής του νησιού μέχρι τα αναπαλαιωμένα και τις νέες κατασκευές, έχει αντέξει την επέλαση της κακογουστιάς που «κατάπιε» τις περισσότερες πόλεις μας.
Η αίσθηση της πίστης, της δημιουργίας, της προόδου, του πολιτισμού, της χαράς της ζωής κυριαρχεί στον αέρα της Ερμούπολης και αποτυπώνεται στα εμβληματικά μνημεία της. Πώς θα μπορούσε να έχει γίνει διαφορετικά, άλλωστε; Εδώ οι ντόπιοι συναντήθηκαν με μερικά από τα πλέον άξια κομμάτια του Ελληνισμού: Αρχικά με τους πρόσφυγες από την Κάσο, τη Χίο, τα Ψαρά μετά τις σφαγές κατά την Επανάσταση του ’21, αργότερα με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, αλλά και όλους εκείνους που ήρθαν εδώ επειδή ασφυκτιούσαν στην Κρήτη, στη Μακεδονία, στην Ηπειρο, στη Θράκη πριν την ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κορμό.
Και τι δεν έφτιαξαν όλοι αυτοί μαζί. Το εμβληματικό δημαρχείο του Ερνέστου Τσίλερ, το θέατρο Απόλλων, τον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου. Το Βιομηχανικό Μουσείο Σύρου προσφέρει πλήρη εικόνα των δραστηριοτήτων που αναπτύχθηκαν εδώ: από τη ναυτιλία και τα ναυπηγεία, μέχρι τα βυρσοδεψεία, την υφαντουργία και την τυπογραφία. Ξεχωριστή μνεία αξίζει ο Αγιος Γεώργιος των Καθολικών στην κορυφή της Ανω Σύρου. Τόπος απαράμιλλης ομορφιάς, κρεμασμένος από τον ουρανό, αγναντεύει το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου μας.
Στα σοκάκια αυτά ο «πατριάρχης» του ρεμπέτικου Μάρκος Βαμβακάρης συναντήθηκε με όλους τους ήχους της ελληνικής ψυχής κι έβαλε τα θεμέλια της λαϊκής μουσικής και του τραγουδιού μας. Πάνω κάτω στα ίδια χρόνια, η οικογένεια Κριτσίνη δημιουργούσε το 1917 την πρώτη κάβα στην Ελλάδα (!), που συνεχίζει ακμαία, και η οικογένεια Λειβαδάρα, λίγα χρόνια μετά το ξεκίνημά της το 1923, βραβευόταν για τα αμυγδαλωτά, τα λουκούμια και τις χαλβαδόπιτες που εξακολουθούν να μας γλυκαίνουν!
Αυτή τη γλύκα έχει η Σύρος! Τη γλύκα της ζωής όταν τη φτιάχνουν άνθρωποι καλορίζικοι, εργατικοί και ανοιχτόμυαλοι. Και πόσο την έχει ανάγκη η πατρίδα μας, η μαθημένη στις μεγάλες πίκρες…


