Η επιλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα να παραστεί, πριν από δύο σχεδόν εβδομάδες, στα εγκαίνια των αποκατεστημένων οθωμανικών μνημείων στα Ιωάννινα και όχι στο ετήσιο αρχιερατικό μνημόσυνο για τους πεσόντες της κυπριακής τραγωδίας του 1974, που λίγες ώρες αργότερα θα τελούνταν στην Αθήνα, δεν ήταν το μόνο ατόπημά του.
- Γράφει ειδικός συνεργάτης
Η συγκυρία από μόνη της, άλλωστε, προκάλεσε αίσθηση, όπως αποτυπώθηκε και στο πρωτοσέλιδο της «δημοκρατίας». Ομως, ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκάλεσε το περιεχόμενο της ομιλίας του. Παρουσία της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, ο κ. Τασούλας δεν περιορίστηκε στην ανάδειξη της ιστορικής σημασίας των μνημείων, ούτε ανέπτυξε απλώς μια αφήγηση για την οθωμανική κατάκτηση των Ιωαννίνων, κάνοντας λόγο για «πολιτιστικό παλίμψηστο», «πολυπολιτισμικό χαρακτήρα» και πολιτιστική «ενσωμάτωση». Επίσης, αφού σημείωσε ότι «τα Γιάννενα βεβαίως είναι και παραμένουν πρωτίστως βυζαντινά», έσπευσε να προσθέσει ότι «είναι όμως και κάτι άλλο τα Γιάννενα, ένα πολιτιστικό παλίμψηστο», δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη διαδοχή διαφορετικών πολιτισμών και κυριαρχιών στην πόλη.
Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτές οι διατυπώσεις θα μπορούσαν να έχουν μια δικαιολογητική βάση, είναι, σε κάθε περίπτωση, ασυγχώρητη και απαράδεκτη η αναφορά του στην παράδοση των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς το 1430, η οποία, αν μη τι άλλο, αποπνέει σύγχρονο ραγιαδισμό εκ μέρους του ανθρώπου που, λόγω του αξιώματός του, θα έπρεπε να συμβολίζει και να σηματοδοτεί το εντελώς αντίθετο. Ειδικότερα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε: «Ηταν σημαντικό κέντρο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Πέρασε αναίμακτα το φθινόπωρο του 1430 στα χέρια των Οθωμανών, γιατί διδαχθήκαμε από την άλωση της Θεσσαλονίκης, που είχε σφαγές και εξανδραποδισμούς, και οι Γιαννιώτες φρόντισαν αυτά να τα αποφύγουν και τα απέφυγαν και πήραν προνόμια. Και δεν πήραν προνόμια μόνο οι Γιαννιώτες. Πήρε προνόμια και το Ζαγόρι. Γιατί το Ζαγόρι, όπως και άλλες περιοχές της Περιφέρειάς μας, συνδέεται με τα Γιάννενα. Και αυτά τα προνόμια ήταν η διατήρηση της ιδιοτυπίας μας, της ιδιοτυπίας των κοινοτήτων, της εκκλησιαστικής ιδιοτυπίας, η υπόσχεση να μην γκρεμίσουν τις εκκλησίες, η υπόσχεση να μη γίνει παιδομάζωμα στα Γιάννενα. Και έτσι αναπτύχθηκε η πόλη μέσα στο Κάστρο».
Στη συνέχεια, ο ίδιος παραδέχτηκε ότι η κατάσταση αυτή ανετράπη μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Διονυσίου του Φιλοσόφου το 1611:
«Μέχρι την αποτυχημένη εξέγερση του Επισκόπου Τρίκκης το 1611, οπότε όλα αυτά καταργήθηκαν. Γκρεμίστηκαν εκκλησίες, στη θέση τους έγινε το Φετιχιέ Τζαμί και το Τζαμί του Ασλάν Πασά. Εφυγαν οι Γιαννιώτες από το Κάστρο και μπήκαν οι Οθωμανοί».
Η ασύμβατη με τον θεσμικό ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας ομιλία και οι δηλώσεις αυτές παραμένουν μέχρι σήμερα αναρτημένες στην επίσημη ιστοσελίδα της Προεδρίας, γεννώντας εύλογα ερωτήματα, διότι, πέρα από την ιστορική τους διάσταση, εκπέμπουν έναν ισχυρό συμβολισμό: εμφανίζουν την υποταγή στον κατακτητή ως επιλογή που αποφέρει οφέλη και προνόμια, έστω και προσωρινά. Κατά συνέπεια, το ζήτημα δεν είναι μόνο ιστορικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό, αλλά και εθνικό. Οι δηλώσεις αυτές έγιναν σε μια εντελώς κρίσιμη συγκυρία, κατά την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει στη στρατηγική των «ήρεμων νερών», ενώ κλιμακώνεται επικίνδυνα η τουρκική προκλητικότητα και η διαρκής αξίωση της Αγκυρας για αναίμακτη υποταγή της Ελλάδας στα δικά της σχέδια και απαιτήσεις.
Ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας κρίνεται όχι μόνο από όσα λέει, αλλά και από τους συμβολισμούς που εκπέμπει, οι οποίοι αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αναθεωρητική Τουρκία. Ποιο μήνυμα, λοιπόν, στέλνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος εξελέγη αποκλειστικά με τις ψήφους της Ν.Δ., όταν επιλέγει να αναδείξει ως ιστορικό παράδειγμα τα «προνόμια» που εξασφάλισε μια ελληνική πόλη επειδή παραδόθηκε στον Οθωμανό κατακτητή;
Ο κ. Τασούλας, εκείνες τις ημέρες, παραχώρησε και πολυσέλιδη συνέντευξη σε κυριακάτικη εφημερίδα, χωρίς να κάνει την παραμικρή αναφορά στα εθνικά θέματα και ειδικότερα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η σιωπή αυτή, σε συνδυασμό με την ομιλία στα Ιωάννινα, ενισχύει ακόμη περισσότερο την ανησυχία για τα μηνύματα που επιλέγει να εκπέμπει ως πρώτος πολίτης της χώρας.
Η αδιανόητη ερμηνεία για την παράδοση
Η οριστική άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς έγινε το 1430. Η πόλη είχε περάσει προσωρινά στους Βενετούς το 1423, αλλά έπειτα από πολύμηνη πολιορκία καταλήφθηκε από τον σουλτάνο Μουράτ Β ́ στις 29 Μαρτίου 1430. Σύμφωνα με τις πηγές της εποχής, ακολούθησαν εκτεταμένες σφαγές, λεηλασίες, εξανδραποδισμοί (αιχμαλωσία και πώληση χιλιάδων κατοίκων ως δούλων), καταστροφές εκκλησιών και περιουσιών.
Αυτό ακριβώς επικαλέστηκε ο κ. Τασούλας όταν είπε: «Πέρασε αναίμακτα το φθινόπωρο του 1430 στα χέρια των Οθωμανών, γιατί διδαχθήκαμε από την άλωση της Θεσσαλονίκης, που είχε σφαγές και εξανδραποδισμούς…». Η λογική του ήταν ότι οι Γιαννιώτες, έχοντας δει τι συνέβη στη Θεσσαλονίκη λίγους μήνες νωρίτερα, επέλεξαν να διαπραγματευθούν την παράδοση της πόλης, ώστε να αποφύγουν αντίστοιχη καταστροφή. Το ιστορικό γεγονός της άλωσης της Θεσσαλονίκης είναι αδιαμφισβήτητο.
Εκείνο που αποτελεί αντικείμενο ιστορικής και πολιτικής συζήτησης είναι η ερμηνεία από πλευράς του κ. Τασούλα ότι η παράδοση των Ιωαννίνων και τα προνόμια που ακολούθησαν συνιστούν παράδειγμα προς ανάδειξη.
Η εξέγερση «Σκυλοσόφου», η καταστολή και τα αντίποινα
Η εικόνα που παρουσίασε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για την παράδοση των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς είναι μόνο η μισή αλήθεια. Πράγματι, μετά την αναίμακτη παράδοση της πόλης το 1430, οι Οθωμανοί παραχώρησαν ορισμένα προνόμια στους κατοίκους. Ομως τα προνόμια αυτά δεν ήταν ούτε μόνιμα ούτε κατοχυρωμένα. Ηταν παραχωρήσεις του κατακτητή, οι οποίες μπορούσαν να ανακληθούν οποιαδήποτε στιγμή.
Αυτό ακριβώς συνέβη το 1611. Ο μητροπολίτης Λάρισας Διονύσιος ο Φιλόσοφος, γνωστός στους αντιπάλους του ως «Σκυλόσοφος», οργάνωσε επανάσταση εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Περίπου χίλιοι χωρικοί από τη Θεσπρωτία και τις γύρω περιοχές εισέβαλαν νύχτα στα Ιωάννινα, επιδιώκοντας να απελευθερώσουν την πόλη.
Οι χωρικοί δεν ήταν απλώς εξαγριωμένοι. Οι χωρικοί είχαν πολλούς λόγους να εξεγερθούν, που σχετίζονταν με τις συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας στις αρχές του 17ου αιώνα. Οι βασικότεροι ήταν η βαριά φορολογία που είχε επιβληθεί στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Οι αυθαιρεσίες και οι καταχρήσεις των τοπικών οθωμανικών Αρχών και των τιμαριούχων. Η καταπίεση και η έλλειψη πολιτικών δικαιωμάτων των υπόδουλων χριστιανών. Η ελπίδα ξένης βοήθειας, κυρίως από την
Ισπανία και άλλες χριστιανικές δυνάμεις, που κυκλοφορούσε εκείνη την περίοδο και ενθάρρυνε επαναστατικά σχέδια. Η προσωπικότητα του Διονυσίου, ο οποίος είχε ήδη οργανώσει μία αποτυχημένη εξέγερση λίγα χρόνια νωρίτερα και θεωρούσε ότι υπήρχε ευκαιρία για γενικότερο ξεσηκωμό.
Η εξέγερση όμως απέτυχε. Οι χριστιανοί προεστοί και αρκετοί κάτοικοι του Κάστρου, φοβούμενοι τις συνέπειες και επιθυμώντας να διαφυλάξουν τα προνόμιά τους, δεν άνοιξαν τις πύλες στους επαναστάτες. Αντίθετα, στάθηκαν στο πλευρό της οθωμανικής φρουράς. Λίγες ημέρες αργότερα ο Διονύσιος εντοπίστηκε στο κρησφύγετό του, συνελήφθη και εκτελέστηκε με έναν από τους πιο φρικτούς τρόπους της οθωμανικής περιόδου: γδάρθηκε ζωντανός και το δέρμα του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως τρόπαιο.
Μετά την αποτυχία της εξέγερσης αποδείχθηκε πόσο εύθραυστα ήταν τα περίφημα «προνόμια». Οι Οθωμανοί τα κατήργησαν σχεδόν όλα. Οι χριστιανοί εκδιώχθηκαν από το Κάστρο, εκκλησίες κατεδαφίστηκαν και στη θέση τους ανεγέρθηκαν το Φετιχιέ τζαμί και το τέμενος του Ασλάν Πασά. Η ιστορία αυτή υπενθυμίζει μια διαχρονική πραγματικότητα, δηλαδή ότι οι παραχωρήσεις ενός κατακτητή δεν αποτελούν εγγύηση ελευθερίας ούτε υποκαθιστούν την εθνική ανεξαρτησία. Τα «προνόμια» διαρκούν όσο το επιτρέπει ο ισχυρός και ανακαλούνται όταν αλλάξουν οι συνθήκες. Γι’ αυτό και προκαλεί εντονότερη απορία το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επέλεξε να σταθεί στα «προνόμια» που απέκτησαν οι Γιαννιώτες μετά την παράδοση της πόλης, χωρίς να αναδείξει αν μη τι άλλο με την ίδια έμφαση ότι αυτά καταργήθηκαν με βίαιο τρόπο μετά την πρώτη απόπειρα των Ελλήνων να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό.
Το επικίνδυνο μήνυμα του «αμαχητί»
Η ομιλία του κ. Τασούλα δεν έγινε σε πολιτικό κενό. Εγινε σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει στη στρατηγική των λεγόμενων «ήρεμων νερών» με την Τουρκία, παρά το γεγονός ότι η Αγκυρα όχι μόνο δεν έχει αναθεωρήσει τις πάγιες διεκδικήσεις της, αλλά συνεχίζει να τις προβάλλει σε όλα τα διεθνή φόρα.
Το τουρκικό casus belli παραμένει σε ισχύ. Η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» εξακολουθεί να αποτελεί επίσημο δόγμα της Αγκυρας. Οι διεκδικήσεις για αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών δεν έχουν αποσυρθεί. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξακολουθεί να προβάλλεται ως βάση διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο ίδιος ο Ερντογάν επαναφέρει κατά καιρούς τη ρητορική περί «συνόρων της καρδιάς» και αμφισβητεί ευθέως διεθνείς Συνθήκες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε δημόσια τοποθέτηση του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Πολύ περισσότερο όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξελέγη αποκλειστικά με τις ψήφους της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Ν.Δ. Επομένως, ποιο μήνυμα εκπέμπεται σήμερα προς την ελληνική κοινωνία αλλά και προς την Αγκυρα, όταν ο ανώτατος πολιτειακός παράγοντας επιλέγει να υπογραμμίσει τα οφέλη που μπορεί να αποφέρει η αποφυγή της σύγκρουσης με έναν κατακτητή;
Η συγκεκριμένη ομιλία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια απλή αποτύπωση χωρίς πολιτικές προεκτάσεις. Οι δηλώσεις του κ. Τασούλα δεν αποτελούν μια ψυχρή ιστορική αναφορά. Με αφορμή τις καθημερινές τουρκικές προκλήσεις, ο κορυφαίος πολιτειακός παράγοντας είναι σαν να λέει ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης, η Ελλάδα θα έπρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμα των Γιαννιωτών του 1430: να αποφύγει την αντίσταση, να παραδώσει αμαχητί μια περιοχή και να επιδιώξει να εξασφαλίσει από την Αγκυρα ορισμένα «προνόμια» για να διατηρήσει την «ιδιοτυπία» της.
Ποιος θα τολμούσε σήμερα να εισηγηθεί ότι, εάν η Τουρκία διεκδικούσε ένα ελληνικό νησί, η καλύτερη επιλογή θα ήταν η παράδοση, προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία και να εξασφαλιστούν εγγυήσεις για τις εκκλησίες, την Τοπική Αυτοδιοίκηση ή την πολιτιστική ταυτότητα των κατοίκων; Ποιος θα υποστήριζε ότι η εθνική αξιοπρέπεια μπορεί να ανταλλαγεί με υποσχέσεις ενός κατακτητή; Κι όμως, αυτό ακριβώς το ιστορικό παράδειγμα ανέδειξε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όταν μίλησε για τα «προνόμια» που απέκτησαν οι Γιαννιώτες μετά την αναίμακτη παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς.
Μάλιστα, επισήμανε ότι υπήρξαν δεσμεύσεις για τη διατήρηση της κοινοτικής και εκκλησιαστικής ιδιοτυπίας και ότι δεν θα εφαρμοζόταν παιδομάζωμα. Η ίδια η Ιστορία, βέβαια, τον διαψεύδει. Οπως παραδέχθηκε και ο ίδιος, μετά την εξέγερση του Διονυσίου του Φιλοσόφου το 1611 οι υποσχέσεις αυτές κατέρρευσαν. Εκκλησίες κατεδαφίστηκαν, στη θέση τους ανεγέρθηκαν τεμένη, οι χριστιανοί εκδιώχθηκαν από το Κάστρο και το καθεστώς των προνομίων καταργήθηκε. Με άλλα λόγια, οι εγγυήσεις του κατακτητή αποδείχθηκαν προσωρινές και ανακλητές. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να κατανοηθεί γιατί ο ανώτατος πολιτειακός άρχοντας επέλεξε σε αυτή την ιστορικοπολιτική φάση να αναδείξει ως ιστορικό παράδειγμα μια αφήγηση που επικεντρώνεται στα οφέλη της υποταγής και όχι στην αξία της ελευθερίας και της αντίστασης. Και το ερώτημα που γεννάται είναι αναπόφευκτο: Αν αύριο η Ελλάδα βρεθεί αντιμέτωπη με ανάλογους εκβιασμούς από την Τουρκία, ποιο μήνυμα εκπέμπει ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας όταν υπενθυμίζει τα «προνόμια» που εξασφάλισε μια πόλη επειδή παραδόθηκε στον κατακτητή;