Η αμερικανική κεντρική τράπεζα (Fed) ανακοίνωσε σήμερα αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες, φέρνοντας το κόστος δανεισμού στο εύρος 3,75%-4%, στο πλαίσιο της προσπάθειας συγκράτησης του πληθωρισμού.
Πρόκειται για την πρώτη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής από το καλοκαίρι του 2023, βήμα που είχαν προεξοφλήσει οι χρηματοπιστωτικές αγορές και στο οποίο αντιτάχθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Κατά τη διήμερη συνεδρίαση, που διεξήχθη εκτός δημοσιότητας, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου προχώρησαν σε αναθεώρηση των προβλέψεών τους για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας. Ο πληθωρισμός εκτιμάται πλέον ότι θα κλείσει τη χρονιά στο 3,7%, έναντι 3,6% που αποτελούσε την εκτίμηση του περασμένου Ιουνίου.
Η απόφαση ελήφθη χωρίς καμία ψήφο κατά. Ανάμεσα σε όσους τάχθηκαν υπέρ ήταν και ο Κέβιν Γουόρς, τον οποίο ο Τραμπ είχε διορίσει στην κεντρική τράπεζα την περασμένη άνοιξη υπολογίζοντας ότι θα προέβαινε σε μειώσεις επιτοκίων. Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, το γεγονός ότι δεν καταγράφηκε καμία διαφωνία συνιστά, στην ουσία, έμμεση παραδοχή ότι η διοίκηση Τραμπ δεν έχει καταφέρει να θέσει την αύξηση των τιμών υπό έλεγχο.
Ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος είχε δώσει διαβεβαιώσεις ότι κατά τη θητεία του οι τιμές θα κινούνταν πτωτικά. Ωστόσο, τρεις παράγοντες συνέτειναν στη διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων σε υψηλά επίπεδα: οι δασμοί στα εισαγόμενα προϊόντα, η διαταραχή στην ενέργεια που επήλθε με την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, καθώς και οι κεφαλαιακές επενδύσεις που τροφοδοτεί η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Η συσσώρευση αυτών των παραγόντων οδήγησε την κεντρική τράπεζα στην κρίση ότι απαιτείτο επίπτωση στο βασικό επιτόκιο.
Από την πλευρά της, η Fed εκτιμά ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι η σύσφιξη δεν θα σταθεί εδώ: έως το τέλος του έτους, τα επιτόκια αναμένεται να διαμορφωθούν στο εύρος 4%-4,25%. Στη σημερινή της ανακοίνωση, η κεντρική τράπεζα διευκρινίζει ότι το μέτρο αποσκοπεί στον ταχύτερο επαναπατρισμό, στην ταχύτερη επιστροφή του πληθωρισμού στα επιθυμητά επίπεδα.
