Η μάχη του Κεφαλόβρυσου (8-9 Αυγούστου 1823) αποτελεί ένα από τα πιο λαμπρά παραδείγματα καταδρομικής επιχείρησης και ανορθόδοξου πολέμου στην ελληνική στρατιωτική ιστορία. Από τη μία πλευρά η στρατιά του Τουρκαλβανού Μουσταή Πασά της Σκόδρας κατευθυνόταν ήδη από τις 26 Ιουλίου του 1823 νοτιοδυτικά, με σκοπό να καταπνίξει την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και να πολιορκήσει το Μεσολόγγι, ενώ, από την άλλη, ο στόχος των Ελλήνων για ακόμα μία φορά ήταν η αναχαίτιση της υπέρτερης αριθμητικά τουρκικής δύναμης στα ορεινά περάσματα της Ευρυτανίας. Όπως και στην αναμέτρηση στην Αλαμάνα κοντά στον Σπερχειό ποταμό τον Απρίλιο του 1821, έτσι και στην περίπτωση της μάχης του Κεφαλόβρυσου στις 8-9 Αυγούστου του 1823 -κατ’ άλλους μελετητές στις 9-11 Αυγούστου- οι οπλαρχηγοί με επικεφαλής τον Μάρκο Μπότσαρη ενεργούσαν στηριζόμενοι σε τοπικά δίκτυα.
Στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία οι άνδρες αγωνίζονταν για να προασπίσουν εδάφη και να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε εχθρική απειλή, υπακούοντας τυφλά στον εκάστοτε οπλαρχηγό και όχι σε κάποια κεντρική διοίκηση και σε ένα θεσμοθετημένο πολιτικό όργανο. Οι πολεμιστές μπορεί κάλλιστα να ανήκαν σε φατρίες, ομάδες και να είχαν μεταξύ τους συγγενικούς δεσμούς ή να ήταν μισθοφόροι, οι οποίοι, όμως, ήταν πιστοί στο πρόσωπο του αρχηγού, διότι εκείνος τους εξασφάλιζε τα προς το ζην, τροφή και προστασία.
Συνεπώς, δεν υφίστατο μία κεντρική διοίκηση η οποία επρόκειτο να διαχειριστεί σε οργανωτικό επίπεδο τα οικονομικά των πολεμικών αναμετρήσεων και η τροφοδοσία των σωμάτων αποτελούσε αποκλειστική ευθύνη των τοπικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η ηλικία, η πολεμική εμπειρία και η ικανότητα συνιστούσαν καθοριστικούς παράγοντες για τη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ των αγωνιστών και την αντιμετώπιση των απειλών της οθωμανικής διοίκησης με πνεύμα σύμπνοιας και ομοψυχίας.
Στη συγκεκριμένη πολεμική αναμέτρηση ο Μάρκος Μπότσαρης αξιοποιώντας τη στρατηγική του κλεφταρματολισμού, που περιλάμβανε το ταμπούρι (οχύρωση), το καρτέρι (ενέδρα), τον αιφνιδιασμό, την ταχύτητα και την ψευδοϋποχώρηση, αποφεύγει τη διεξαγωγή της μάχης εκ παρατάξεως εφαρμόζοντας το δόγμα του αιφνιδιαστικού νυχτερινού πλήγματος (night raid). Αυτού του είδους η τεχνική του αιφνιδιασμού και του συγχρονισμού πραγματοποιήθηκε τα μεσάνυχτα, όταν το εχθρικό στρατόπεδο κοιμόταν και η ετοιμότητά του για μάχη ήταν στο ναδίρ.
Η επιλογή του Κεφαλόβρυσου της Ευρυτανίας (περιοχή με πυκνή βλάστηση και τρεχούμενα νερά) περιόρισε τη δυνατότητα του οθωμανικού ιππικού να αναπτυχθεί, καθώς διαφορετικά θα ήταν αδύνατο για τις ελληνικές δυνάμεις να αντιμετωπίσουν τους υπέρτερους αριθμητικά Τουρκαλβανούς. Η έφοδος των Σουλιωτών έγινε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι με τα συνθηματικά «Σπαθί και Άγιος», ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης, επωφελούμενος από τη σύγχυση, τον πανικό και την πλήρη αποδιοργάνωση στην οποία είχαν περιέλθει οι αντίπαλοι, αναζήτησε τον Τούρκο διοικητή στις εχθρικές γραμμές, αποσκοπώντας στο να χτυπήσει την κεφαλή του στρατεύματος.

Την καθοριστική στιγμή δέχθηκε στο μέτωπο μία σφαίρα, που του προκάλεσε θανάσιμο τραυματισμό. Η απρόσμενη απώλεια του επικεφαλής της επιχείρησης υποχρέωσε τους Σουλιώτες να αποσυρθούν συντεταγμένα μεταφέροντας το άψυχο σώμα του ηγέτη τους, έχοντας, όμως, ήδη καταφέρει καίριο πλήγμα.
Η μάχη στο Κεφαλόβρυσο όχι μόνο είχε ήδη επιφέρει σοβαρές απώλειες στις τάξεις των Τουρκαλβανών, αλλά και καθυστέρησε την οθωμανική προέλαση στη γενέτειρα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, την Πελοπόννησο. Μέσα από το συγκεκριμένο περιστατικό αναδεικνύεται η προσωπικότητα και η στρατιωτική ιδιοφυία του Μάρκου Μπότσαρη, ο οποίος, στηριζόμενος στο βαθύ σκοτάδι, τη γνώση του εδάφους και την τακτική του απόλυτου αιφνιδιασμού, μπορούσε να εξουδετερώσει τη συντριπτική αριθμητική και υλική υπεροχή του αντιπάλου.
Ο Μάρκος Μπότσαρης αποτελεί πρότυπο αγωνιστή που συμμετέχει ενεργά στην πρώτη γραμμή της μάχης θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την ίδια του τη ζωή. Το πιο σημαντικό είναι πως όπως η μάχη της Αλαμάνας καθυστέρησε την προέλαση των Οθωμανών στο νοτιότερο γεωγραφικό άκρο της Ελλάδας, την Πελοπόννησο, αντίστοιχα η αναμέτρηση στο Κεφαλόβρυσο λειτούργησε ανασχετικά στην κάθοδο των Τουρκαλβανών στην Αιτωλοακαρνανία, πλήττοντας το ηθικό τους και ανυψώνοντας ταυτόχρονα το ηθικό των Ελλήνων σε μία κρίσιμη χρονικά συγκυρία.
Ο κλεφταρματολισμός στο Κεφαλόβρυσο αποτέλεσε μία βιωματική πρακτική επιβίωσης και ανορθόδοξου πολέμου, σφυρηλατημένη και προσαρμοσμένη στις συνθήκες των εκάστοτε πολεμικών αναμετρήσεων. Αποτέλεσε ένα δομημένο σύστημα ασύμμετρου πολέμου ως προς την αναλογία των δυνάμεων, το οποίο εφάρμοσαν οι Έλληνες χρησιμοποιώντας πληθώρα τεχνικών κατά το πρότυπο των κανόνων των σύγχρονων ειδικών δυνάμεων.
Πηγή: eleftheria.gr
