«Ντιρεκτίβες» για τον τρόπο λειτουργίας της «τριμερούς» Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δίνει η Αγκυρα, που κάνει τα πάντα για να αποκτήσει το πάνω χέρι και στο αμυντικό σχήμα που «γεννήθηκε» πρόσφατα στη Μέκκα, απειλώντας να διαταράξει τις έτσι κι αλλιώς λεπτές γεωστρατηγικές ισορροπίες τόσο στη Μέση Ανατολή όσο όμως -προοπτικά- και στην ανατολική Μεσόγειο.
Οπως ανακοίνωσε σχετικά το υπουργείο Αμυνάς της, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν θα δημιουργήσουν πολιτικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς στο πλαίσιο της αμυντικής συμφωνίας που συνυπέγραψαν την περασμένη εβδομάδα, ενώ, όπως τονίστηκε, το μπλοκ θα ενισχύσει και τον τομέα της συνεργασίας στο κομμάτι της αμυντικής βιομηχανίας. Κατά τη διάρκεια εβδομαδιαίας συνέντευξης Τύπου για την ενημέρωση των δημοσιογράφων στην Αγκυρα, το τουρκικό υπουργείο Αμυνας διευκρίνισε ότι στους κοινούς μηχανισμούς θα συμμετέχουν οι υπουργοί Αμυνας, Εξωτερικών και η στρατιωτική ηγεσία των τριών χωρών. Κοινές στρατιωτικές ασκήσεις σχεδιάζονται στο πλαίσιο της συμφωνίας, ενώ η συνεργασία μπορεί να περιλαμβάνει κοινή παραγωγή και ανταλλαγή τεχνογνωσίας στην αμυντική βιομηχανία.
Οι τρεις σουνιτικές μουσουλμανικές χώρες, σύμμαχοι των ΗΠΑ, υπέγραψαν την κοινή αμυντική συμφωνία της Μέκκας στις 7 Αυγούστου εν μέσω της κρίσης στην Μέση Ανατολή, που έφερε τις χώρες του Κόλπου αντιμέτωπες με τις ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις. Η συμφωνία ορίζει ότι μια στρατιωτική επίθεση κατά οποιασδήποτε από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, μια ρήτρα που παραπέμπει στο άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας της συνθήκης της Ατλαντικής Συμμαχίας. Σημειώνεται ότι το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία συνδέονται από τον περασμένο Σεπτέμβριο με αμυντική συμφωνία η οποία προβλέπει ότι μια επίθεση κατά της μίας χώρας θεωρείται επίθεση κατά και των δύο και προβλέπει τη χρήση «όλων των στρατιωτικών μέσων». Η ρήτρα, πάντως, δεν ενεργοποιήθηκε όταν η Σαουδική Αραβία έγινε επανειλημμένως στόχος ιρανικών επιθέσεων κατά τη διάρκεια του πολέμου, που άρχισε με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου κατά της Τεχεράνης.
