Ο Δεκαπενταύγουστος στα Δωδεκάνησα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μία μεγάλη θρησκευτική γιορτή. Είναι ημέρα ανταμώματος, επιστροφής στον τόπο καταγωγής, προσκυνήματος, μουσικής και χορού.
Είναι η περίοδος κατά την οποία χωριά και μικρά νησιά γεμίζουν ξανά κόσμο, καθώς Δωδεκανήσιοι που ζουν στην Αθήνα, σε άλλες περιοχές της Ελλάδας ή στο εξωτερικό επιστρέφουν στον τόπο τους. Οι πλατείες ζωντανεύουν μέσα από πανηγύρια που εξακολουθούν να διατηρούν στοιχεία μιας παράδοσης πολλών γενεών.
Από τη Ρόδο και την Κάρπαθο έως την Κάσο, τη Σύμη, την Τήλο, τη Χάλκη, τη Νίσυρο, την Κω, την Κάλυμνο, τη Λέρο, την Αστυπάλαια και την Πάτμο, η Κοίμηση της Θεοτόκου κατέχει ξεχωριστή θέση στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή.
Κάθε νησί έχει τον δικό του τρόπο να γιορτάζει. Σχεδόν παντού, όμως, συναντώνται κοινές εικόνες: η προετοιμασία της εκκλησίας, ο εσπερινός, η Θεία Λειτουργία, η προσφορά φαγητού, τα τοπικά όργανα, οι χοροί και, πάνω απ’ όλα, η συμμετοχή ολόκληρης της κοινότητας.
Τα πανηγύρια ως σημείο συνάντησης
Για τις παλαιότερες κοινωνίες των νησιών, το πανηγύρι δεν ήταν απλώς μια ευκαιρία διασκέδασης. Αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες στιγμές κοινωνικής συνεύρεσης.
Οικογένειες συναντιούνταν, συγγενείς επέστρεφαν από μακριά, νέοι γνωρίζονταν και ολόκληρο το χωριό έπαιρνε μέρος στην προετοιμασία. Σε εποχές κατά τις οποίες οι μετακινήσεις ανάμεσα σε χωριά και νησιά ήταν δυσκολότερες, τα μεγάλα θρησκευτικά πανηγύρια λειτουργούσαν ως βασικά σημεία αναφοράς της κοινωνικής ζωής.
Αυτός ο χαρακτήρας δεν έχει χαθεί. Ο Αύγουστος εξακολουθεί να είναι μήνας επιστροφής για χιλιάδες Δωδεκανήσιους, με το πανηγύρι της Παναγίας να αποτελεί για πολλούς την ημερομηνία γύρω από την οποία οργανώνεται η επιστροφή στο χωριό και η συνάντηση με συγγενείς και φίλους.
Η ιδιαίτερη θέση της Παναγίας στη λαϊκή θρησκευτικότητα των νησιών αποτυπώνεται και στον μεγάλο αριθμό εκκλησιών, μοναστηριών και ξωκλησιών που είναι αφιερωμένα στη χάρη της.
Στα Δωδεκάνησα, όπως και σε μεγάλο μέρος του Αιγαίου, η σχέση των κατοίκων με την Παναγία συνδέθηκε επί αιώνες με την οικογένεια, τη θάλασσα, την ξενιτιά και την προσδοκία της επιστροφής.
Τάματα, προσκυνήματα και οικογενειακές παραδόσεις περνούσαν από γενιά σε γενιά. Ακόμη και σήμερα πολλές οικογένειες επισκέπτονται κάθε χρόνο την ίδια εκκλησία, συνεχίζοντας μια συνήθεια που ξεκίνησε από τους γονείς ή τους παππούδες τους.
Από τη Ρόδο έως την Κάσο
Στη Ρόδο, ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί παραδοσιακά μία από τις σημαντικότερες ημέρες του καλοκαιριού. Εκκλησίες και μοναστήρια αφιερωμένα στην Παναγία γίνονται επίκεντρο θρησκευτικών εκδηλώσεων.
Ξεχωρίζει ο εορτασμός της Παναγίας της Κρεμαστής, ίσως του μεγαλύτερου θρησκευτικού πανηγυριού της Ρόδου, ενώ σε πολλά χωριά η θρησκευτική τελετή συνοδεύεται από το παραδοσιακό πανηγύρι.
Οι αυλές των εκκλησιών και οι πλατείες μετατρέπονται σε χώρους συνάντησης. Η μουσική, οι τοπικοί χοροί, το φαγητό και το κρασί συμπληρώνουν το θρησκευτικό μέρος της γιορτής και συνθέτουν το γνώριμο σκηνικό του ροδίτικου πανηγυριού.
Στην Κάρπαθο, πολλά έθιμα, μουσικές και χοροί διατηρούν έντονο τοπικό χαρακτήρα. Τα πανηγύρια παραμένουν ουσιαστικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής και όχι απλώς αναπαράσταση του παρελθόντος.
Η λύρα και το λαούτο, τα τραγούδια, οι αυτοσχέδιες μαντινάδες και οι παραδοσιακοί χοροί συνθέτουν μια τελετουργία στην οποία συμμετέχουν διαφορετικές γενιές. Ιδιαίτερα στα χωριά με ισχυρούς δεσμούς με την παράδοση, το πανηγύρι λειτουργεί ως ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στο χθες και το σήμερα.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην Κάσο, ένα νησί με ιδιαίτερα ισχυρή μουσική και γαστρονομική παράδοση.
Τα κασιώτικα γλέντια χαρακτηρίζονται από τη συμμετοχή της κοινότητας, τα παραδοσιακά όργανα και τα τραγούδια που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Το τραπέζι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γιορτής, καθώς στα περισσότερα Δωδεκάνησα το πανηγύρι είναι στενά συνδεδεμένο με την προσφορά φαγητού και τη συλλογική προετοιμασία του.
Στην Κάλυμνο, την Κω και τη Λέρο, όπως και στα μικρότερα νησιά του συμπλέγματος, ο Δεκαπενταύγουστος εξακολουθεί να συγκεντρώνει κατοίκους, επισκέπτες και απόδημους γύρω από εκκλησίες και μοναστήρια.
Στη Νίσυρο, την Τήλο, τη Χάλκη, τη Σύμη και την Αστυπάλαια, η τοπική διάσταση δίνει συχνά στα πανηγύρια ακόμα εντονότερο χαρακτήρα κοινότητας, με ντόπιους και επισκέπτες να κάθονται στο ίδιο τραπέζι και να συμμετέχουν στην ίδια γιορτή.
Η «Κούππα» της Νισύρου
Ιδιαίτερο είναι το έθιμο της «Κούππας» στη Νίσυρο. Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο δήμαρχος Νισύρου Χριστοφής Κορωναίος ανέφερε: «Το έθιμο αποτελεί ξεχωριστή θέση στην παράδοση της Νισύρου καθώς πρόκειται για έναν ιδιαίτερο χορό που συνδυάζει το θρησκευτικό συναίσθημα με τη διασκέδαση και την προσφορά προς την Παναγία Σπηλιανή».
Το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου, στο Μανδράκι, οι κάτοικοι συγκεντρώνονται στο χοροστάσι και το γλέντι αρχίζει με την «κούππα».
Μια γυναίκα παίρνει το μπροστάρι του χορού, ενώ ο άνδρας που την επιλέγει ρίχνει τον οβολό του στην ειδική κούππα που εκείνη κρατά. Με αυτόν τον τρόπο, το έθιμο λειτουργούσε επί δεκαετίες όχι μόνο ως έκφραση τιμής, αγάπης και κοινωνικής αναγνώρισης, αλλά και ως μέσο οικονομικής ενίσχυσης της Μονής.
Στα παλαιότερα χρόνια, η Παναγία Σπηλιανή είχε καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και οικονομική ζωή του νησιού, ακόμη και στη λειτουργία των σχολείων. Για τον λόγο αυτόν, η συγκέντρωση χρημάτων μέσω του εθίμου είχε ιδιαίτερη σημασία.
Η «κούππα» παραμένει έως σήμερα ένα από τα χαρακτηριστικότερα έθιμα της Νισύρου, συνδέοντας την πίστη με τη μνήμη, την οικογένεια, τον έρωτα και τη συλλογική προσφορά.
Όπως επισημαίνει ο δήμαρχος Νισύρου, «εξακολουθεί να τηρείται με ξεχωριστή ευλάβεια και αποτελεί πολύτιμο κομμάτι της πολιτιστικής ταυτότητας του νησιού».
Το φαγητό ως συλλογική προσφορά
Στα παραδοσιακά πανηγύρια το φαγητό δεν αποτελεί απλώς συνοδευτικό του γλεντιού. Η προετοιμασία και η προσφορά του έχουν τη δική τους κοινωνική σημασία.
Κάτοικοι και εθελοντές εργάζονται πολλές φορές από την προηγούμενη ημέρα για την προετοιμασία των εδεσμάτων. Μεγάλα καζάνια, τοπικές συνταγές και προϊόντα του τόπου γίνονται μέρος μιας συλλογικής διαδικασίας.
Οι συνταγές αλλάζουν από νησί σε νησί, όπως διαφορετικοί είναι οι χοροί, οι μουσικές και ο τρόπος οργάνωσης κάθε πανηγυριού. Το κοινό στοιχείο, ωστόσο, παραμένει το μοίρασμα.
Μουσική και χορός μέχρι το ξημέρωμα
Η μουσική αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους φορείς της δωδεκανησιακής παράδοσης. Λύρα, λαούτο και άλλα όργανα, ανάλογα με το νησί, συνοδεύουν τραγούδια και χορούς που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά.
Στα αυθεντικά πανηγύρια ο χορός δεν είναι θέαμα για τους επισκέπτες, αλλά συμμετοχή. Οι μεγαλύτεροι μεταφέρουν στους νεότερους βήματα, τραγούδια και έναν ολόκληρο τρόπο συμπεριφοράς μέσα στο γλέντι.
Όταν το πανηγύρι κρατά έως τις πρώτες πρωινές ώρες, επαναλαμβάνεται μια εικόνα που συναντάται στα νησιά του Αιγαίου εδώ και πολλές δεκαετίες.
Τα πανηγύρια των Δωδεκανήσων έχουν αναπόφευκτα αλλάξει. Ο τουρισμός, οι σύγχρονες μορφές διασκέδασης και οι διαφορετικοί ρυθμοί ζωής έχουν επηρεάσει τον τρόπο διοργάνωσής τους.
Πίσω, όμως, από τα μεγάφωνα, τα φώτα και τα πολυπληθέστερα καλοκαιρινά γλέντια παραμένει ένας πολύ παλαιότερος πυρήνας: η ανάγκη της κοινότητας να συναντηθεί.
Γι’ αυτό ο Δεκαπενταύγουστος στα Δωδεκάνησα εξακολουθεί να είναι κάτι περισσότερο από μία ημερομηνία στο εορτολόγιο. Είναι η επιστροφή του ξενιτεμένου, το άναμμα του κεριού στο εκκλησάκι, το οικογενειακό τραπέζι, η μουσική στην πλατεία, ο πρώτος χορός και το γλέντι που μπορεί να φτάσει μέχρι το ξημέρωμα.
Είναι μία από τις στιγμές του χρόνου κατά τις οποίες τα νησιά θυμούνται, μέσα από τους ανθρώπους τους, ποια είναι.
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

