Η επιστροφή μεγάλων ονομάτων του παγκόσμιου σινεμά στα ελληνικά τοπία δεν είναι φυσικά τυχαία συγκυρία. Από τις πρώτες μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές της δεκαετίας του ’50 ως τις σύγχρονες διεθνείς ταινίες, τα νησιά μας έχουν λειτουργήσει σαν κινηματογραφικοί πρωταγωνιστές.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Αλλοτε μέσα από τη λάμψη μιας περιπέτειας, άλλοτε μέσα από μια ερωτική ιστορία ή ένα υπαρξιακό δράμα, η Υδρα και η Κέρκυρα έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα στη μεγάλη οθόνη. Από τη Σοφία Λόρεν μέχρι τον Μπραντ Πιτ και από τον Ρότζερ Μουρ ως τον Ντάνιελ Κρεγκ, οι εικόνες τους ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο, αποδεικνύοντας πως το ελληνικό καλοκαίρι εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο διαχρονικές κινηματογραφικές εμπνεύσεις.
Κέρκυρα: από την πριγκίπισσα Σίσσυ στον 007
Η Κέρκυρα μόνο άγνωστη δεν είναι στη μεγάλη οθόνη. Το ιδιαίτερο φως της, η βενετσιάνικη αρχιτεκτονική της πόλης και το καταπράσινο τοπίο της έχουν λειτουργήσει επανειλημμένα ως φυσικό σκηνικό για ευρωπαϊκές παραγωγές, για ταινίες της «χρυσής» εποχής του ελληνικού κινηματογράφου αλλά και για πιο σύγχρονα, ανεξάρτητα φιλμ. Μία από τις πρώτες μεγάλες κινηματογραφικές αναφορές στο νησί εμφανίζεται ήδη από το 1957 με τo φιλμ «Σίσσυ: Η πονεμένη αυτοκράτειρα» του Ερντστ Μαρίσκα. Αν και η ταινία συνέβαλε στη δημιουργία μιας ρομαντικής εικόνας της Κέρκυρας, η πρωταγωνίστριά της, Ρόμι Σνάιντερ, που καθιερώθηκε διεθνώς μέσα από τον ρόλο της αυτοκράτειρας, δεν βρέθηκε ποτέ στο νησί. Τα γυρίσματά της έγιναν σε ιταλικά τοπία που απλώς θύμιζαν την ιονική φύση. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1968, η Κέρκυρα εμφανίζεται πιο άμεσα στο πανί με την ελληνοσουηδική συμπαραγωγή «Επιχείρησις Απόλλων» του Γιώργου Σκαλενάκη. Το φιλμ, ένα μελαγχολικό ρομάντζο με φόντο το ελληνικό καλοκαίρι, αφηγείται την ιστορία ενός γοητευτικού Γερμανού πρίγκιπα που επισκέπτεται την Ελλάδα και ερωτεύεται μια Ελληνίδα ξεναγό. Τους ρόλους υποδύονται ο Τόμας Φριτς και η Ελενα Ναθαναήλ, ενώ η ταινία ταξίδεψε σε σημαντικές αγορές του εξωτερικού, από τη Γαλλία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ωστόσο, η παραγωγή που χάρισε στο νησί τη μεγαλύτερη διεθνή κινηματογραφική προβολή παραμένει το «Για τα μάτια σου μόνο», η δωδέκατη ταινία της σειράς Τζέιμς Μποντ, που κυκλοφόρησε το 1981 με τον Ρότζερ Μουρ στον ρόλο του διάσημου πράκτορα. Ο σκηνοθέτης Τζον Γκλεν αξιοποίησε την Κέρκυρα όχι απλώς για ορισμένα εξωτερικά πλάνα αλλά και για σημαντικό μέρος της δράσης. Ο φακός περιηγήθηκε στην πόλη της Κέρκυρας, στο Παλαιό Φρούριο, στο Αχίλλειο, στο Καλάμι και στη Βίλα Σίλβα στο Κανόνι, δημιουργώντας μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά κινηματογραφικά «καρέ» του νησιού. Για τους πιο απαιτητικούς σινεφίλ, πάντως, η Κέρκυρα έχει και μια άλλη, λιγότερο προβεβλημένη αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα κινηματογραφική παρουσία. Στη «Fedora» (1978), ο θρυλικός Μπίλι Γουάιλντερ -δημιουργός εμβληματικών έργων, όπως το «Μερικοί το προτιμούν καυτό»- αφηγείται την ιστορία μιας μυστηριώδους σταρ του σινεμά που ζει απομονωμένη στο νησί. Ο ρόλος είχε αρχικά προταθεί στη Μάρλεν Ντίντριχ, η οποία τον αρνήθηκε, και τελικά ενσαρκώθηκε από τη Μαρτ Κέλερ. Αν και η ταινία δεν γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στην εποχή της, αργότερα απέκτησε φανατικό κοινό. Η Κέρκυρα δεν έλειψε και από ευρωπαϊκές παραγωγές της δεκαετίας του ’70. Στους «Διαρρήκτες» του Ανρί Βερνέιγ, το 1971, με πρωταγωνιστή τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό, το νησί γίνεται σκηνικό μιας περιπέτειας που γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία.
Παράλληλα, το νησί έχει καταγραφεί και μέσα από το βλέμμα του ελληνικού κινηματογράφου. Από το «Ραντεβού στην Κέρκυρα» (1960) με την Τζένη Καρέζη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη και το φιλμ «Η αρχόντισσα και ο αλήτης» (1968) με το δίδυμο Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ μέχρι την «Κόμισσα της Κέρκυρας» με την αλησμόνητη Ρένα Βλαχοπούλου, το νησί των Φαιάκων αποτέλεσε ιδανικό φόντο για τις λαμπερές ρομαντικές ιστορίες της εποχής. Ακόμη και σε μεταγενέστερα χρόνια, ταινίες όπως «Η χορωδία του Χαρίτωνα» (2005) του Γρηγόρη Καραντινάκη και το «Σκλάβοι στα δεσμά τους» (2008) του Τώνη Λυκουρέση συνέχισαν να αξιοποιούν τη γοητεία του νησιού. Ακολούθησε το τρίτο μέρος του «Γάμος αλά Ελληνικά» με τη Νία Βαρντάλος το 2023 αλλά και ο κινηματογραφικός «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή. Τώρα είναι η σειρά του Ντάμιεν Σαζέλ να καταγράψει με τον φακό του πλάνα του πρώην πράκτορα 007 Ντάνιελ Κρεγκ με φόντο το ιόνιο τοπίο.
Υδρα: από τη Σοφία Λόρεν στον Μπραντ Πιτ
Στο λιμάνι της Υδρας το φως πέφτει πάντα με έναν τρόπο που μοιάζει έτοιμο για γύρισμα. Τα πέτρινα σπίτια κατεβαίνουν ως τη θάλασσα, τα γαϊδουράκια διασχίζουν τα στενά και ο χρόνος φαίνεται να κινείται λίγο πιο αργά από ό,τι αλλού. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι αυτό το νησί επέστρεψε στο διεθνές κινηματογραφικό προσκήνιο, αυτή τη φορά με αφορμή την παρουσία του Μπραντ Πιτ για τα γυρίσματα της ταινίας «The Riders», που έγιναν πρώτο θέμα στην καλλιτεχνική επικαιρότητα τις λίγες ημέρες που κράτησαν. Για όσους γνωρίζουν την ιστορία του τόπου, η εικόνα μοιάζει σχεδόν γνώριμη, σαν μια σκηνή που επαναλαμβάνεται έπειτα από δεκαετίες. Η σχέση της Υδρας με το σινεμά αρχίζει ουσιαστικά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν το Χόλιγουντ αναζητούσε νέους, ανεξερεύνητους τόπους για τις ιστορίες του.
Το 1957 η ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Λόρεν έφερε για πρώτη φορά μια μεγάλη αμερικανική παραγωγή στην Ελλάδα. Μέχρι τότε το νησί ήταν σχεδόν άγνωστο εκτός συνόρων. Ξαφνικά, τα σοκάκια του, τα αρχοντικά και το λιμάνι του έγιναν εικόνες που ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Περίπου την ίδια εποχή και το ελληνικό σινεμά ανακάλυπτε την Υδρα με διαφορετικό βλέμμα. Στο φιλμ «Το κορίτσι με τα μαύρα» ο Μιχάλης Κακογιάννης χρησιμοποίησε το αυστηρό, σχεδόν λιτό τοπίο του νησιού για να αφηγηθεί μια ιστορία γεμάτη κοινωνικές εντάσεις και σιωπηλά πάθη. Εκεί όπου οι ξένοι έβλεπαν εξωτισμό, ο ελληνικός κινηματογράφος ανακάλυπτε μια βαθύτερη ανθρώπινη ιστορία.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Υδρα είχε ήδη αρχίσει να αποκτά μια φήμη σχεδόν μυθική. Καλλιτέχνες, συγγραφείς και μουσικοί έφταναν στο νησί αναζητώντας κάτι που δύσκολα περιγράφεται: μια αίσθηση ελευθερίας, μια δημιουργική ησυχία. Η ταινία «Φαίδρα» με τη Μελίνα Μερκούρη αποτύπωσε αυτή την ατμόσφαιρα ενός κοσμοπολίτικου μεσογειακού τόπου. Εκείνα τα χρόνια έφτασε στο νησί και ένας νεαρός ποιητής από τον Καναδά, ο Λέοναρντ Κοέν. Αγόρασε ένα μικρό σπίτι, έγραψε τραγούδια και ποιήματα και έγινε μέρος της άτυπης καλλιτεχνικής κοινότητας που είχε δημιουργηθεί εκεί.
Ταινίες όπως το «Ραντεβού στην Υδρα» («Island of Love») και το «Incense for the Damned» κατέγραψαν κάτι από αυτή τη μοναδική συνάντηση εποχών: τη γοητεία της παλιάς νησιωτικής ζωής και τη νέα ποπ κουλτούρα που άρχιζε να απλώνεται στον κόσμο. Κάποια στιγμή όμως, όπως συμβαίνει συχνά με τις κινηματογραφικές τοποθεσίες, το ενδιαφέρον μετακινήθηκε αλλού. Στη δεκαετία του ’70 οι μεγάλες παραγωγές άρχισαν να προτιμούν προορισμούς πιο εύκολους στην πρόσβαση. Η Υδρα πέρασε τότε σε μια περίοδο κινηματογραφικής απουσίας, με τη ζωή στο νησί να συνεχίζεται μακριά από τα συνεργεία των μεγάλων στούντιο. Μέχρι που, αρκετά χρόνια αργότερα, νέοι σκηνοθέτες άρχισαν να την ανακαλύπτουν ξανά. Ταινίες όπως το «The Blue Villa» και το «Boat Trip» χρησιμοποίησαν την Υδρα διαφορετικά – όχι πια ως εξωτικό σκηνικό αλλά ως έναν τόπο που κουβαλά τη δική του ατμόσφαιρα.
Στον 21ο αιώνα το νησί μπήκε και σε πιο εσωτερικές κινηματογραφικές αφηγήσεις. Το «Fugitive Pieces» και το πειραματικό «The Capsule» αξιοποίησαν την ιδιαίτερη ενέργεια του τόπου για υπαρξιακές ιστορίες. Και όταν το ντοκιμαντέρ «Marianne & Leonard: Words of Love» αφηγήθηκε ξανά την ιστορία του Λέοναρντ Κοέν στο νησί, η Υδρα επέστρεψε στη διεθνή πολιτιστική συζήτηση, αυτήν τη φορά όχι μόνο ως τόπος γυρισμάτων αλλά και ως τόπος έμπνευσης. Σήμερα, με νέες παραγωγές να ετοιμάζονται και με τη διεθνή παρουσία ηθοποιών όπως ο Μπραντ Πιτ, η ιστορία μοιάζει να κάνει ακόμα έναν κύκλο στη μεγάλη οθόνη. Ισως τελικά αυτό να είναι και το μυστικό της Υδρας: δεν προσπαθεί να γίνει κινηματογραφικό σκηνικό. Απλώς υπάρχει – με το φως της, τις πέτρες της και τη σιωπή των στενών της. Και κάθε τόσο, κάποιος σκηνοθέτης ανακαλύπτει ξανά ότι εδώ μπορεί να ειπωθεί μια ιστορία.
