Σε επικοινωνιακό πυροτέχνημα κινδυνεύουν να μετατραπούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες της ΔΕΘ, ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς το νέο κύμα ακρίβειας που χτυπά την αγορά εξανεμίζει κάθε υποτιθέμενο όφελος για τα νοικοκυριά πριν καν αυτό φτάσει στην τσέπη τους.
Η κυβερνητική τακτική των πρόσκαιρων επιδομάτων και των φοροελαφρύνσεων «στα χαρτιά» αποδεικνύεται καθημερινά εντελώς ανήμπορη να αναχαιτίσει την πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι καταναλωτές. Οι τιμές στα καύσιμα εκτινάσσονται εκ νέου, με την αμόλυβδη 95 οκτανίων να αγγίζει τα 2 ευρώ το λίτρο, την 100άρα να ξεπερνά τα 2,25 ευρώ και το πετρέλαιο κίνησης να ακολουθεί ασταμάτητο την ανηφορική τροχιά. Αυτή η εκρηκτική αύξηση στο κόστος μεταφοράς συμπαρασύρει ολόκληρη την αλυσίδα της οικονομίας, ακυρώνοντας στην πράξη τις όποιες εξαγγελίες του Μεγάρου Μαξίμου.
Την ίδια ώρα, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν το αδιέξοδο… Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία σημείωσε κατακόρυφη αύξηση 6,9% τον Ιούνιο του 2026 (έναντι μείωσης 4,7% πέρυσι), πιστοποιώντας ότι το εισαγόμενο κόστος παραγωγής και ενέργειας περνά ανεξέλεγκτα στην εγχώρια αγορά. Αντί για ουσιαστικά μέτρα παθογένειας και ελέγχου της αισχροκέρδειας, η οικονομία αφήνεται έρμαιο στις διαθέσεις των αγορών.
Σαν να μην έφταναν αυτά, οι διεθνείς προβλέψεις της JPMorgan για το 2027 χτυπούν καμπανάκι κινδύνου για ένα παγκόσμιο «κοκτέιλ» επιβάρυνσης στα τρόφιμα (λόγω κρίσης στα αζωτούχα λιπάσματα, γεωπολιτικών αναταράξεων στη Μέση Ανατολή και του φαινομένου Ελ Νίνιο).
Παρά τις ξεκάθαρες προειδοποιήσεις για επερχόμενες ελλείψεις και ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά (όπως το ρύζι, η ζάχαρη, ο καφές και το κακάο), η κυβέρνηση επιμένει να παρακολουθεί σαν παρατηρητής. Η πολιτική της απορρόφησης των κραδασμών με «καλάθια» και ημίμετρα αφήνει τους πολίτες εκτεθειμένους απέναντι σε μια διαρκή συρρίκνωση της αγοραστικής τους δύναμης.

