Είναι (ήταν για την ακρίβεια) ένα σινεμά, το οποίο χαρακτηρίζεται από το γλυκερό διαδίκτυο «ιστορικό»: Το «Ατλαντίς», στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, στη Δάφνη. Κι είναι ιστορικό επειδή, λένε, άνοιξε ως θερινό το 1950 και δέκα χρόνια αργότερα έγινε και χειμερινό. Εκλεισε και τώρα γκρεμίζεται.
Και δώσ’ του σάλια και μύξες από το ίντερνετ. Οι μπουλντόζες που το γκρεμίζουν ραγίζουν τις ευαίσθητες καρδιές των οπαδών του πολιτισμού, που ζουν στην ιερότερη πόλη της ανθρωπότητας, την Αθήνα, η οποία κατάντησε τριτοκοσμική χαβούζα.
Κοίτα να δεις, ρε παιδάκι μου, παράξενα πράγματα. Η καρδιά της πρωτεύουσας έχει ερημώσει. Τα αδειανά καταστήματα θυμίζουν κουφάρια μιας οικονομίας που κάποτε ζούσε, κάπως. Το κέντρο σκυλοβρομάει κάτουρα και σκατά. Ανετα μπορούν να σε μαχαιρώσουν δίπλα στην Ακρόπολη.
Οι άστεγοι έχουν απλώσει στρωματσάδες από το Μοναστηράκι μέχρι και τη συμβολή Πανεπιστημίου και Ασκληπιού. Η καφετιά σαγιονάρα, το φέσι, η μπούρκα και οι ταμπέλες στα αραβικά πάνε σύννεφο. Μπαίνεις στο τρένο και νομίζεις ότι η επόμενη στάση είναι Καμπούλ. Εχει γκρεμιστεί το άπαν σύμπαν μπροστά στα μάτια μας και πρέπει να κόψουμε φλέβες και για ένα σινεμά που έκλεισε! Παράξενες οι προτεραιότητες των διαμορφωτών άποψης.
Ισως να ήταν πιο παραγωγικό και ειλικρινές να πουν στους αναγνώστες τους: αν σας νοιάζει αληθινά για τα σινεμά, να πηγαίνετε. Είναι τόσο… πρωτοποριακή η λύση στο θέμα. Αν είναι κερδοφόρα τα σινεμά, θα συνεχίσουν να λειτουργούν. Αν θέλουμε απλώς να τα βλέπουμε να λειτουργούν και να θυμόμαστε τα νιάτα μας χωρίς να πατάμε εκεί, θα κλείσουν. Οπου χτυπάει η καρδιά πρέπει να «μιλάει» κι η τσέπη. Ούτως έχουσιν τα πράγματα στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Επιπλέον, υπάρχει και το ενδεχόμενο να πηγαίνει καλά ένα σινεμά (σχετικά απίθανο αυτό) και να κλείσει διότι ο ιδιοκτήτης του χώρου τού αλλάζει χρήση, το πούλησε, πέθανε και τον κληρονόμησαν συγγενείς που δεν είναι σινεφίλ και δεν συμμαζεύεται…
Κι όλα καλά να πηγαίνουν συνέχεια, πάλι θα κλείσει και το σινεμά και το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς και το κομμωτήριο και το νυχάδικο και οι πολυεθνικές των αναψυκτικών. Ολα θα κλείσουν. Και ο ήλιος θα σβήσει και η γη θα γίνει ιόντα κι όλοι εμείς θα γίνουμε αστρόσκονη, όπως έλεγε κι ο αείμνηστος Γιώργος Τράγκας. Η εντελέχεια των πραγμάτων είναι να… πραγματωθούν, να κάνουν ό,τι είχαν να κάνουν και να πάνε για μπάρκο.
Τι να κάνουμε; Είμαστε περαστικοί και βλέπουμε τα πάντα να περνούν, ακόμα και τα σινεμά «Ατλαντίς». Εδώ χάθηκε η ίδια η νήσος Ατλαντίς, που περιγράφει ο Πλάτων στον «Τίμαιο». Στο σινεμά θα κολλήσουμε; Κι είπαμε. Κι όλοι εμείς πάμε ολοταχώς για το επέκεινα. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα με ανθρώπους που είχαν κάποτε στενοχωρηθεί για το κλείσιμο μιας επιχείρησης. Κι από πάνω τους οι συγγενείς ρωτούν την αυτοαπασχολούμενη επαγγελματία που θα ανάβει το κερί του μακαρίτη κι εκείνη λέγει, κάπως αυστηρά: «Καντίλjι άναμμα του μήνα, πενjήντα ιβρώ. Το λάντι ντικό σας».
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»
