Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη έχει μελετήσει εξαντλητικά τη σχέση εξουσίας και επικοινωνίας. Παραμένει, ωστόσο, σχεδόν ανεξερεύνητο ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ένας πρωθυπουργός αποκτά πρόσβαση στα social media χωρίς επαρκή θεσμικό γονικό έλεγχο;
- Γράφει Ειδικός Επιστήμων
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Ελλάδα του 2026, όπου η κυβέρνηση σχεδιάζει να περιορίσει την πρόσβαση των παιδιών κάτω των 15 ετών στα κοινωνικά δίκτυα, επικαλούμενη τους εθιστικούς αλγορίθμους, τη διάσπαση προσοχής και την αδυναμία διάκρισης του σημαντικού από το ασήμαντο.
Η επιστημονική απορία είναι προφανής: έχει αποδειχθεί ότι αυτά τα φαινόμενα εξαφανίζονται μετά τα δεκαπέντε; Και, κυρίως, θεραπεύονται αυτομάτως όταν κάποιος γίνει πρωθυπουργός; Τα τελευταία εμπειρικά δεδομένα δεν επιτρέπουν ασφαλές συμπέρασμα. Η Ιωάννα Τούνη ετοιμαζόταν να εγκαινιάσει στο Παρίσι τη νέα της croissanterie, Fat Rat. Την ίδια ημέρα βρισκόταν εκεί και ο Κυριάκος Μητσοτάκης για συνάντηση με τον Μακρόν.
Η Τούνη, μαθαίνοντας τη σύμπτωση, έκανε αυτό που γνωρίζει άριστα ένας επαγγελματίας των social media: περιεχόμενο. Ανέβασε story και, αστειευόμενη, παρακάλεσε τον πρωθυπουργό να μην εμφανιστεί στα εγκαίνια. Σε μια προ Instagram εποχή, το Μέγαρο Μαξίμου πιθανότατα δεν θα θεωρούσε θεσμική υποχρέωση να απαντήσει σε influencer για κρουασάν. Αλλά η πολιτική επιστήμη εξελίσσεται. Ο πρωθυπουργός αναδημοσίευσε το story και απάντησε. Η ανταλλαγή έγινε viral και το επεισόδιο πήρε τη φυσική του συνέχεια στον αλγόριθμο.
Εχουμε, λοιπόν, ένα ενδιαφέρον φαινόμενο: ο πρωθυπουργός μιας ευρωπαϊκής χώρας, ευρισκόμενος στο Παρίσι για διεθνείς επαφές, βρίσκει χρόνο να απαντήσει γρήγορα, προσωπικά και χιουμοριστικά σε ένα Instagram story για κρουασάν. Από πλευράς social media management, άψογο. Από πλευράς πολιτικής επικοινωνίας, όμως, γεννάται η απορία: αν αυτή η αμεσότητα είναι διαθέσιμη όταν το θέμα είναι ένα κρουασάν στο Παρίσι, πού ακριβώς αποθηκεύεται όταν το θέμα είναι λίγο δυσκολότερο;
Για παράδειγμα, όταν απέναντι δεν βρίσκεται η Ιωάννα Τούνη, αλλά ο Ερντογάν. Διότι εκεί το διακύβευμα αλλάζει. Αλλο η άνεση του reply προς μια influencer και άλλο η δημόσια αποφασιστικότητα όταν απέναντι βρίσκεται ένας ηγέτης με τον οποίο τίθενται ζητήματα κυριαρχίας, ασφάλειας, γεωπολιτικής ισχύος και εθνικών συμφερόντων. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι ότι ο πρωθυπουργός έκανε χιούμορ με την Τούνη. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην επιλεκτική ταχύτητα της πρωθυπουργικής ψηφιακής ανταπόκρισης. Μια αναφορά της Τούνη αρκεί για να ενεργοποιηθεί το αντανακλαστικό: προσωπικά, ανεπίσημα, ακαριαία.
«Σύνδρομο»
Η επιστήμη θα μπορούσε να ονομάσει το φαινόμενο «Σύνδρομο Επιλεκτικής Ψηφιακής Εξωστρέφειας»: την κατάσταση κατά την οποία ένας πολιτικός ηγέτης εμφανίζει εντυπωσιακή ταχύτητα, χιούμορ και αυθορμητισμό όταν το επικοινωνιακό κόστος είναι μηδενικό, αλλά αισθητά μεγαλύτερη περίσκεψη όταν μια δημόσια παρέμβαση έχει πραγματικό πολιτικό κόστος. Και δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, η Μαντόνα είχε βρεθεί στην Ελλάδα και είχε αναρτήσει υλικό από τις διακοπές και τα γενέθλιά της. Εδώ ενεργοποιήθηκε ξανά το πρωθυπουργικό Instagram.
Ασφαλώς υπάρχει λογική εξήγηση. Η Μαντόνα έχει τεράστιο διεθνές κοινό, η παρουσία της στην Ελλάδα αποτελεί τουριστική προβολή και ένα πρωθυπουργικό «come back next year» μπορεί να θεωρηθεί χαμηλού κόστους place branding. Αλλά τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα, διότι αποδεικνύεται ότι ο πρωθυπουργός γνωρίζει πολύ καλά την πολιτική δύναμη των social media. Γνωρίζει ότι ένα story δεν είναι απλώς story, ότι μια δημόσια παρέμβαση προς κάποιον με εκατομμύρια followers παράγει εικόνα, αφήγημα και διεθνή εντύπωση. Με άλλα λόγια, γνωρίζει ότι η πολιτική σήμερα δεν ασκείται μόνο με ανακοινωθέντα και διπλωματικές νότες. Ασκείται και στην οθόνη.
Και εδώ ακριβώς επιστρέφει ο Ερντογάν. Διότι αν τα social media είναι αρκετά σοβαρό εργαλείο δημόσιας διπλωματίας ώστε ο πρωθυπουργός να χαιρετά τη Μαντόνα, είναι εξίσου πολιτικό εργαλείο όταν ο συνομιλητής δεν είναι pop star αλλά ένας αρχηγός κράτους. Η Μαντόνα, η Τούνη και ο Ερντογάν δεν είναι, προφανώς, συγκρίσιμα πρόσωπα. Ακριβώς αυτό είναι το νόημα. Τα πρώτα δύο παραδείγματα δείχνουν πόσο εύκολη, άμεση και άνετη γίνεται η ψηφιακή επικοινωνία όταν το πολιτικό ρίσκο είναι ελάχιστο. Το τρίτο δείχνει πού αρχίζει η πραγματική πολιτική.
Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχει η έννοια της soft power: η ισχύς που ασκείται μέσω εικόνας, πολιτισμού, κύρους και δημόσιας διπλωματίας. Υπό αυτή την έννοια, ένα μήνυμα στη Μαντόνα μπορεί πράγματι να θεωρηθεί μια μικρή άσκηση soft power. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η soft power μετατρέπεται σε soft politics: όταν η πολιτική επικοινωνία γίνεται αποφασιστική, γρήγορη και χαμογελαστή ακριβώς εκεί όπου τίποτε σοβαρό δεν διακυβεύεται. Η Μαντόνα θα ξανάρθει ή δεν θα ξανάρθει. Η Τούνη θα κεράσει ή δεν θα κεράσει κρουασάν. Κανένα εθνικό συμφέρον δεν μετακινείται δραματικά.
Ο πολιτικός, συνεπώς, μπορεί να είναι παιχνιδιάρης, αυθόρμητος. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ίδια επικοινωνιακή αυτοπεποίθηση υπάρχει όταν το πεδίο παύει να είναι lifestyle, όταν απέναντι υπάρχουν διεκδικήσεις, όταν υπάρχει πραγματική ισχύς, όταν μια δημόσια φράση έχει κόστος. Εκεί αρχίζει η πολιτική. Τα υπόλοιπα λέγονται engagement.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία. Ο άνθρωπος που εμφανίζεται απολύτως εξοικειωμένος με τη λογική του story, του repost και της viral ατάκας είναι ταυτόχρονα εκείνος που προειδοποιεί την κοινωνία για τους εθιστικούς αλγορίθμους. Ο πρωθυπουργός έχει δίκιο σε ένα βασικό σημείο: τα social media πράγματι είναι σχεδιασμένα ώστε να αιχμαλωτίζουν την προσοχή. Μόνο που οι αλγόριθμοι δεν κάνουν ηλικιακές διακρίσεις.
Δεν αναγνωρίζουν πρωθυπουργική ασυλία. Δεν γνωρίζουν εάν είσαι δεκατεσσάρων ετών ή εάν προεδρεύεις του υπουργικού συμβουλίου. Βλέπουν engagement. Και το engagement απαιτεί περιεχόμενο. Σήμερα Τούνη, προχθές Μαντόνα, αύριο ποιος ξέρει. Ισως, λοιπόν, η κυβερνητική καινοτομία του γονικού ελέγχου να μην πρέπει να περιοριστεί στα παιδιά. Θα μπορούσε να δημιουργηθεί ειδική έκδοση: Parental Control – Maximou Edition.
Πριν από κάθε πρωθυπουργικό story, το κινητό θα ρωτά: αφορά η ανάρτηση ουσιώδες ζήτημα της χώρας; Απευθύνεστε σε θεσμικό συνομιλητή ή σε celebrity; Και, κυρίως: θα δείχνατε την ίδια ταχύτητα και την ίδια αμεσότητα αν το μήνυμα απευθυνόταν στον Ερντογάν; Σε περίπτωση αρνητικών απαντήσεων, η εφαρμογή θα κλειδώνει προσωρινά το Instagram και θα εμφανίζει: «Δοκιμάστε ξανά όταν υπάρξει ζήτημα εθνικής σημασίας». Δεν πρόκειται για λογοκρισία. Πρόκειται για ψηφιακή προστασία ενηλίκων.
Πίσω από το αστείο, όμως, βρίσκεται κάτι σοβαρότερο. Η πολιτική εξουσία έχει μετακινηθεί από το δελτίο Τύπου στην απευθείας επικοινωνία. Ενας πρωθυπουργός μπορεί πλέον, με ένα κινητό, να απευθύνεται χωρίς διαμεσολάβηση σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Αυτή είναι πραγματική δύναμη και, επειδή είναι δύναμη, έχει σημασία πού χρησιμοποιείται. Δεν είναι πρόβλημα να απαντήσει κανείς στην Τούνη ούτε να ευχηθεί στη Μαντόνα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι τα πολιτικά αντανακλαστικά έχουν τελειοποιηθεί απέναντι στο viral περισσότερο απ’ ό,τι απέναντι στο σημαντικό.
Παρέμβαση
Οταν η πολιτική επικοινωνία αρχίζει να οργανώνει τις προτεραιότητές της όπως το Instagram οργανώνει το feed -τι θα πάρει reaction, τι θα γίνει share, τι θα γίνει viral, τι θα φτιάξει την εικόνα-, τότε δεν έχουμε απλώς πολιτικούς που χρησιμοποιούν social media. Εχουμε πολιτική που αρχίζει να σκέφτεται σαν social media. Για δεκαετίες μιλούσαμε για «τηλεοπτική δημοκρατία». Σήμερα έχουμε περάσει στη δημοκρατία του engagement, όπου η επιτυχία μιας πολιτικής παρέμβασης δεν μετριέται πάντοτε με το εάν έλυσε κάτι, αλλά και με το εάν «έγραψε».
Η Τούνη κάνει ακριβώς τη δουλειά της. Παράγει περιεχόμενο, τραβά προσοχή και μετατρέπει το engagement σε οικονομική αξία. Είναι influencer. Ο πρωθυπουργός, όμως, δεν είναι. Ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να είναι κυρίως αυτό. Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο ερώτημα: μήπως η πολιτική διαχείριση της εικόνας και η διαχείριση ενός influencer account έχουν αρχίσει να υπακούουν στις ίδιες τεχνικές; Η κυβέρνηση λέει ότι θέλει να προστατεύσει τους ανηλίκους από έναν κόσμο όπου η προσοχή μετατρέπεται σε προϊόν.
Σωστά. Ισως, όμως, χρειάζεται να προστατεύσουμε και την πολιτική από τον ίδιο μηχανισμό. Γιατί κάθε φορά που ένας πρωθυπουργός επιλέγει τι θα σχολιάσει, σε ποιον θα απαντήσει και πού θα στρέψει το δημόσιο βλέμμα, κάνει πολιτική επιλογή. Ακόμη κι αν πρόκειται για κρουασάν. Ακόμη κι αν πρόκειται για ένα «Happy Birthday Madonna». Η επιλογή της ατζέντας είναι εξουσία.
Να θυμάται ότι η χώρα δεν είναι Instagram!
Η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν πρωθυπουργό δεν είναι να μάθει να χρησιμοποιεί καλά το Instagram. Αυτό, όπως φαίνεται, έχει ήδη επιτευχθεί. Η πραγματική πρόκληση είναι να θυμάται ότι η χώρα δεν είναι Instagram. Ισως, πριν μετρήσουμε μόνο τι κάνουν οι εθιστικοί αλγόριθμοι στους νέους, να εξετάσουμε και τι κάνουν στους πολιτικούς: την παρορμητικότητα, την ανάγκη για άμεση ανταπόκριση, τη σύγχυση ανάμεσα στο δημοφιλές και το σημαντικό και, κυρίως, την τάση να επιδεικνύεται μεγάλο επικοινωνιακό θάρρος όταν το διακύβευμα είναι μικρό – και πολύ μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση όταν απέναντι βρίσκεται ένας Ερντογάν.
Μπορεί στο τέλος να ανακαλύψουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι ηλικιακό. Είναι θεσμικό. Και τότε ίσως χρειαστεί να αλλάξουμε ελαφρώς το σύνθημα. Οχι «απαγορεύστε τα social media στα παιδιά», αλλά «κανένα social medium χωρίς απόδειξη πολιτικής ωριμότητας». Και μέχρι να δημιουργηθεί η σχετική πιστοποίηση, ας ξεκινήσει το πιλοτικό πρόγραμμα από το Μέγαρο Μαξίμου. Για λόγους επιστημονικούς, φυσικά. Και κυρίως για να προστατεύσουμε τον πρωθυπουργό από τους εθιστικούς αλγορίθμους. Ή, ενδεχομένως, τους εθιστικούς αλγορίθμους από τον πρωθυπουργό.