Συνέντευξη στον Κώστα Πρώιμο
Πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη Ελληνίδα επιστήμονα. Σε ηλικία μόλις είκοσι πέντε ετών δημοσίευσε την πρώτη της έρευνα σε κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό παγκόσμιας ακτινοβολίας. Έναν χρόνο αργότερα, και ενώ κέρδιζε με τα προσόντα της τη διαρκή στήριξη από την επιστημονική κοινότητα ως προς το έργο της, άρχισε να συμμετέχει στην επικουρική διδασκαλία προπτυχιακών φοιτητών της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.
Με επιστημονικές δημοσιεύσεις στο ενεργητικό της μέχρι σήμερα και ενώ βρίσκεται στην ολοκλήρωση του διδακτορικού της στον τομέα της έρευνας του ανθρώπινου εγκεφάλου, η κυρία Γιώτα Τσοτσόκου μιλά στo «dimokratia.gr» για το σημαντικό έργο που παρουσιάζουν, αλλά και για τα προβλήματα δομικής φύσεως που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι νέοι Έλληνες ερευνητές.

– Ποια ήταν τα κίνητρα και η παρώθηση για εσάς ώστε να εντρυφήσετε στη Βιολογία;
Γιώτα Τσοτσόκου: Έχω τελειώσει το Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστήμιου Πατρών. Από τα προπτυχιακά μου έτη, το 2016, άρχισα να ασχολούμαι με την έρευνα του εγκεφάλου, αποφασίζοντας να κάνω ένα μεταπτυχιακό. Μεταπήδησα στο Τμήμα Ιατρικής για μεταπτυχιακό στις Βιοϊατρικές Επιστήμες, με κατεύθυνση τις Νευροεπιστήμες. Ο εγκέφαλος είναι ίσως το πιο σύνθετο όργανο του ανθρώπινου οργανισμού και ταυτόχρονα αυτό για το οποίο γνωρίζουμε λιγότερα. Με γοήτευε πάντα το πώς η λειτουργία των νευρώνων μπορεί τελικά να μεταφράζεται σε μνήμη, μάθηση, συναίσθημα και συμπεριφορά. Η ενασχόλησή μου με τη νευροεπιστήμη μου έδωσε τη δυνατότητα να μελετώ αυτά τα ερωτήματα πειραματικά. Τα κίνητρα και η παρώθηση για μένα ήταν η εξερεύνηση της θαυμαστής λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Είναι μια συναρπαστική και άκρως ενδιαφέρουσα ενασχόληση, διότι είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε πολλά για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις των έμβιων όντων εν γένει.
– Άμεσα δημοσιεύθηκε σε εξειδικευμένο κορυφαίο επιστημονικό περιοδικό και η πρώτη σας εργασία…
Γιώτα Τσοτσόκου: Ναι, ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στις νευροεπιστήμες στα δύο έτη και δημοσίευσα το 2021 την πρώτη μου εργασία στο περιοδικό European Journal of Neuroscience, καθώς μπήκα ενεργά στον τομέα της έρευνας. Αυτές οι δημοσιεύσεις είναι καταχωρημένες στην αμερικανική διαδικτυακή βάση δεδομένων για επιστημονικές δημοσιεύσεις στον χώρο της ιατρικής και των επιστημών υγείας του National Institutes of Health (NIH).
– Ήσασταν μόλις είκοσι πέντε ετών, υποθέτω ότι δεν είναι σύνηθες σε τόσο νεαρή ηλικία για μια επιστήμονα να απαντάτε για δημοσιεύσεις σας σε ΜΜΕ με υψηλό επιστημονικό κύρος;
Γιώτα Τσοτσόκου: Θα πω ότι απλά στάθηκα τυχερή· είχα και εξακολουθώ να έχω δίπλα μου ανθρώπους που θέλησαν να με βοηθήσουν. Ίσως κάτι να διέκριναν και επιθυμούσαν να εξελιχθώ στον τομέα της νευροεπιστήμης.
– Να επανέλθουμε στα του ανθρώπινου εγκεφάλου, προφανώς το πιο σύνθετο όργανο του ανθρώπινου σώματος…
Γιώτα Τσοτσόκου: Σαφέστατα πρόκειται για το πιο σύνθετο όργανο του ανθρώπινου οργανισμού, για το οποίο θεωρώ ότι γνωρίζουμε τα λιγότερα. Είναι συναρπαστικό πώς η λειτουργία των νευρώνων δύναται να μεταφραστεί σε μια συμπεριφορά ή μοτίβο αυτής. Ακόμη και όταν επικοινωνούμε με τον απέναντί μας ή βλέπουμε κάτι παράταιρο, κάποιος θα αναλογιστεί: τι του υπέδειξε τώρα ο εγκέφαλός του;
– Κυρία Τσοτσόκου, πόσο κοντά είμαστε επί του επιστημονικού πεδίου ώστε να αρχίσουμε να αποκωδικοποιούμε τις βασικές λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου;
Γιώτα Τσοτσόκου: Η αλήθεια είναι, και υπάρχουν απτές αποδείξεις μέσα από τις σχετικές επιστημονικές έρευνες, ότι βρισκόμαστε πλέον πολύ κοντά· ήδη ένα μεγάλο μέρος της λειτουργίας του εγκεφάλου είναι αποκωδικοποιημένο. Ωστόσο, υπάρχουν μερικά μικρά σημεία του που κάνουν τη διαφορά. Ένα μεγάλο μέρος της έρευνάς μου αφορά τον ιππόκαμπο, μια περιοχή του εγκεφάλου που έχει σημαντικό ρόλο στη μνήμη και τη μάθηση. Μελετούμε τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι νευρώνες μεταξύ τους και πώς αυτή η επικοινωνία μεταβάλλεται ανάλογα με την περιοχή του ιππόκαμπου, το φύλο, την ηλικία ή την παρουσία συγκεκριμένων νευροβιολογικών διαταραχών. Βρισκόμαστε ακόμη στο ερευνητικό στάδιο και δεν έχουμε διαθέσιμες όλες τις πληροφορίες ως προς το τι αλλάζει στη συγκεκριμένη περιοχή όταν παρουσιάζεται μια διαταραχή. Ωστόσο, η επιστήμη καλπάζει, δεν ανακόπτεται η εξελικτική της πορεία, αν και καλό θα ήταν να κάνουμε ένα διάλειμμα, επιχειρώντας μια ανασκόπηση και μια εκτίμηση ως προς το πού βρισκόμαστε, τι δημοσιεύεται στο επιστημονικό πεδίο της έρευνας και πού οδεύουμε.
– Υπάρχει κάποιο πλάνο ως προς την επίτευξη των μελλοντικών και ατομικών σας επιστημονικών στόχων;
Γιώτα Τσοτσόκου: Τελειώνω το διδακτορικό μου και μέσα στο 2027 θα πρέπει να το παρουσιάσω. Θα ήθελα να βρίσκομαι σε ένα περιβάλλον όπου μπορώ να κάνω ουσιαστική έρευνα, να συνεργάζομαι με ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια περιέργεια και να συμβάλλω έστω και λίγο στην καλύτερη κατανόηση του ανθρώπινου εγκεφάλου. Παράλληλα, θα ήθελα η επιστήμη να μην παραμένει μόνο μέσα στα εργαστήρια, αλλά να επικοινωνείται με τρόπο κατανοητό και χρήσιμο στην κοινωνία. Ωστόσο η κοινωνία σήμερα έχει μια απάντηση για όλα και δεν δείχνει ενδιαφέρον για τους νέους ή γενικότερα για τους επιστήμονες, αλλά αυτό δεν πτοεί την αποφασιστικότητα και το εν εξελίξει έργο μας.
– Θα μπορούσατε να μας αποδώσετε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοινωνικής ή ενδεχομένως και της κρατικής αδιαφορίας την οποία προαναφέρατε;
Γιώτα Τσοτσόκου: Το βασικότερο πρόβλημα έγκειται στην υποχρηματοδότηση. Η έρευνα είναι ένα πολύ όμορφο και συναρπαστικό παιχνίδι, αλλά στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως ένα σπορ για ανήλικους. Δυστυχώς, τα δημόσια κονδύλια είναι πασιφανές ότι στη χώρα μας δεν αξιολογούνται ούτε κατανέμονται ορθά.
– Προς το παρόν, επειδή εκτιμάστε ως μια διαφαινόμενη σημαντική επιστήμονας στον κλάδο σας, σας υποστήριξε αρχικά μια υποτροφία του Πανεπιστημίου Πατρών και στη συνέχεια ο ιδιωτικός τομέας. Αυτά κάποτε θα τελειώσουν. Τι θα κληθείτε να αντιμετωπίσετε όταν θα πρέπει να βγείτε στην αγορά εργασίας;
Γιώτα Τσοτσόκου: Υπάρχουν ορισμένες επαφές με το εξωτερικό, ωστόσο αυτά τα βήματα θέλουν «γερό στομάχι» και η αλήθεια είναι ότι έχω περιέλθει σε σκέψεις. Θέλω να διαπιστώσω αν και τι μπορεί να προκύψει εν τέλει και εντός Ελλάδας.
– Εκτιμάτε ότι θα μπορούσατε να βιοποριστείτε αξιοπρεπώς στην Ελλάδα υπό τις παρούσες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες;
Γιώτα Τσοτσόκου: Οι γεωγραφικές μετακινήσεις, ειδικά για τους νέους επιστήμονες της έρευνας σε μεταδιδακτορικό επίπεδο, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι αποτελούν ένα συνηθισμένο φαινόμενο και είναι επιβεβλημένες. Θεωρώ ότι αν μείνω στην Ελλάδα δεν θα έχω τις απολαβές που πρέπει… Είναι μεγάλο δίλημμα με ηθικές προεκτάσεις. Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα εκπαιδεύει αξιόλογους επιστήμονες αλλά χάνει μεγάλο μέρος του επιστημονικού της δυναμικού. Ωστόσο, στον δικό μας τομέα ίσως αυτό μετατρέπεται σε brain circulation, καθώς ο ερευνητής μπορεί, αν και εργαζόμενος στο εξωτερικό, να συνεργάζεται και να μεταφέρει γνώση στη χώρα μας. Ενδεχομένως, όταν αποφασίσει λόγω συγκυριών να επαναπατριστεί, να μετατρέπεται η φυγή σε brain gain.
Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν στο εγγύς μέλλον όλες εκείνες οι απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε η «απώλεια» του Έλληνα επιστήμονα να καταγραφεί ως προσωρινή· δηλαδή να μπορέσει κάποια στιγμή να επιστρέψει στην Ελλάδα και, εκμεταλλευόμενος τις προσλαμβάνουσες και την εμπειρία του εξωτερικού, να φτιάξει μια επιστημονική ομάδα προσφέροντας τα μέγιστα στη χώρα μας. Αλλά χωρίς την ορθή χρηματοδότηση προς αυτή την κατεύθυνση, το συγκεκριμένο πλάνο είναι ανέφικτο.
– Να το θέσω απλά: Όταν είστε έτοιμη να εισαχθείτε στην αγορά εργασίας, πόσα χρήματα θα είναι οι αρχικές σας απολαβές στο εξωτερικό και πόσο στην Ελλάδα;
Γιώτα Τσοτσόκου: Στην Ελλάδα θα εκκινούσα με μισθό 1.000–1.500 ευρώ, ενώ στο εξωτερικό 3.000–3.500 ευρώ. Είναι γεγονός ότι το κόστος της ζωής βρίσκεται σε δυσθεώρητα ύψη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και η Ελλάδα δυστυχώς σε πολλά απαιτούμενα για μια αξιοπρεπή διαβίωση για έναν νέο άνθρωπο είναι απαγορευτική (ενοίκια, σίτιση, ρεύμα). Με αυτούς τους δείκτες δεν μπορεί κανείς να βιοποριστεί εδώ με αξιοπρέπεια.
– Είναι δεδομένο ότι το Κράτος, υπό τις επικρατούσες πολιτικές, δεν μπορεί να «γεφυρώσει» το κενό που υφίσταται μετά το μεταδιδακτορικό. Τι πρέπει να αλλάξει η εκάστοτε κυβέρνηση ώστε να ενσκήψει επί της ουσίας στο ανωτέρω πρόβλημα;
Γιώτα Τσοτσόκου: Νομίζω ότι είναι αυτονόητο! Να ενισχυθούν οι πόροι προς την επιστημονική έρευνα. Υπάρχουν οι αρμόδιοι κρατικοί φορείς, αλλά τα τελευταία χρόνια ως θεσμός εγκαταλείπονται, ο ρόλος τους αποδυναμώνεται συνεχώς και συνεπώς μειώνεται η παρεμβατικότητά τους προς αυτή την κατεύθυνση.
– Επιτρέψτε μου να κάνω τον συνήγορο του διαβόλου, κυρία Τσοτσόκου. Ο μέσος αναγνώστης -βαθιά χειμαζόμενος- ενδέχεται να αναρωτηθεί: ωραία, και γιατί να αρχίσουμε να «χρυσοπληρώνουμε» και εσάς, τους μελετητές του εγκεφάλου;
Γιώτα Τσοτσόκου: Θα σας παραθέσω κάτι. Το απλό Depon κουβαλάει πολλά χρόνια έρευνας, αλλά εμείς το βρίσκαμε κάποτε και στα περίπτερα! Εμείς ερευνάμε τον αυτισμό. Ας μην παραβλέπουμε ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται στο φάσμα του. Δεν είναι απίθανο μετά από χρόνια έρευνας να προταθεί μια φαρμακευτική αγωγή ιδιαίτερα αποτελεσματική για πολλές κλινικές περιπτώσεις.
– Εν κατακλείδι, εσείς τι ακριβώς μελετάτε;
Γιώτα Τσοτσόκου: Μελετάω μια κληρονομούμενη μορφή αυτισμού που ονομάζεται Σύνδρομο του Εύθραυστου Χ Χρωμοσώματος. Εκτιμώ ότι όλες οι ασθένειες έχουν, πέραν του γενετικού υπόβαθρου, και περιβαλλοντικό. Δηλαδή, μπορεί ένας άνθρωπος να κουβαλάει τα γονίδια του αυτισμού, αλλά οι περιβαλλοντικές συνθήκες να είναι αυτές που δεν «βοηθούν» ώστε να εκδηλωθούν τα συμπτώματα. Θα ήθελα, κλείνοντας κύριε Πρώιμε, να πω ότι ο αυτισμός διέπεται από πολλές ιδιαιτερότητες και, «κρατήστε» το αυτό, στο μέλλον ενδέχεται να αποτελεί και ένα εξελικτικό πλεονέκτημα. Όλα αυτά βρίσκονται υπό ενδελεχή επιστημονική διερεύνηση.
