Στην εποχή της ψηφιοποιημένης, εικονοποιημένης πραγματικότητας υπάρχουν κάποιες εικόνες που μέσα από τον «σωρό» δραπετεύουν και λειτουργούν τόσο σε ειδησεογραφικό όσο όμως και σε ιστορικό επίπεδο σαν πολιτικά σύμβολα. Οπως, για παράδειγμα, η εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ να περιμένει στην πίστα του αεροδρομίου της βάσης Αντριους και να υποδέχεται προσωπικά τον Σι Τζινπίνγκ.
Ο Κινέζος πρόεδρος να κατεβαίνει από το αεροπλάνο, να βαδίζει στο κόκκινο χαλί και να στέκεται δίπλα στον Αμερικανό πρόεδρο μπροστά από τις σημαίες των δύο χωρών. Δεν ήταν απλώς μια «εθιμοτυπική υποδοχή». Ηταν η εικόνα δύο υπερδυνάμεων που, παρά την αντιπαλότητά τους, γνωρίζουν ότι δεν έχουν την πολυτέλεια της σύγκρουσης.
Η σύνοδος Τραμπ – Σι στην Ουάσινγκτον ολοκληρώθηκε χωρίς τον μεγάλο ιστορικό συμβιβασμό που κάποιοι θα περίμεναν από μια συνάντηση των ηγετών των δύο ισχυρότερων οικονομικών του πλανήτη. Αφησε, όμως, πίσω της κάτι πιο συγκεκριμένο, πολύτιμο χρόνο. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να παρατείνουν την εμπορική εκεχειρία έως τις 10 Ιανουαρίου 2027, αποφεύγοντας έτσι μια νέα κλιμάκωση στους δασμούς και αφήνοντας ανοιχτό τον δρόμο για επόμενες συναντήσεις. Αυτό μπορεί να μοιάζει λίγο.
Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ακριβώς το αποτέλεσμα που μπορούσαν να πετύχουν αυτή τη στιγμή. Η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο εξακολουθούν να διαφωνούν για τις σπάνιες γαίες, την τεχνολογία, την Τεχνητή Νοημοσύνη και, βέβαια, για την «καυτή πατάτα» της Ταϊβάν. Η «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα» που επιχειρούν να οικοδομήσουν παραμένει εύθραυστη.
Η Κίνα εξακολουθεί να ελέγχει κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν ισχυρούς μοχλούς πίεσης στην τεχνολογία και στους ημιαγωγούς. Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ο ίδιος ο Σι Τζινπίνγκ. Ενας άνθρωπος που πριν από 15 χρόνια ήταν σχεδόν άγνωστος στο μεγαλύτερο μέρος του δυτικού κοινού. Σήμερα, όμως, είναι ο ηγέτης μιας Κίνας που δεν προσέρχεται πλέον στις διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες από θέση αδυναμίας.
Η Κίνα του Σι είναι πια μια χώρα που έχει εξελιχθεί σε τεχνολογική και βιομηχανική υπερδύναμη. Κινεζικές εταιρίες ανταγωνίζονται, ίσως και να ξεπερνούν πλέον, τη Silicon Valley στην Τεχνητή Νοημοσύνη, το Πεκίνο επενδύει με επιτυχία σε ρομποτική, ημιαγωγούς και διαστημική τεχνολογία, ενώ διατηρεί κρίσιμο έλεγχο στις σπάνιες γαίες και σε άλλες στρατηγικές αλυσίδες εφοδιασμού. Αυτό εξηγεί και την αυτοπεποίθηση με την οποία προσήλθε ο Σι στη σύνοδο.
Δάσμοι
Δεν κατέφθασε, λοιπόν, στην Ουάσινγκτον ως ηγέτης μιας χώρας που ήθελε απλώς να αποφύγει τους αμερικανικούς δασμούς, αλλά ως εκπρόσωπος μιας δύναμης που μπορεί -έχει τις δυνατότητες- να προκαλέσει σημαντικό κόστος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι σπάνιες γαίες είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Κίνα γνωρίζει ότι ο αμερικανικός στρατός και η προηγμένη βιομηχανία χρειάζονται υλικά στα οποία το Πεκίνο διαθέτει ισχυρή θέση. Γι’ αυτό και η εμπορική εκεχειρία δεν σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός τελείωσε. Σημαίνει ότι οι δύο πλευρές αγόρασαν χρόνο.
Πίσω από το εμπόριο βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη μάχη. Ποιος θα κυριαρχήσει στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Οι ΗΠΑ και η Κίνα γνωρίζουν ότι το AI δεν είναι απλώς μια ακόμη τεχνολογία. Συνδέεται με την οικονομία, τη στρατιωτική ισχύ και την παγκόσμια επιρροή. Και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι μια σοβαρή επιβράδυνση της ανάπτυξης θα μπορούσε να ευνοήσει τον αντίπαλο. Για αυτό και, παρά τη συζήτηση για διάλογο, καμία δεν είναι έτοιμη να δεχτεί ουσιαστικούς περιορισμούς. Η συνάντηση επομένως δεν έφερε μια «νέα Γιάλτα» της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Εφερε περισσότερο μια συμφωνία ότι ο ανταγωνισμός πρέπει να παραμείνει διαχειρίσιμος. Το ίδιο ισχύει και για την Ταϊβάν, ένα ζήτημα που παραμένει από τις πιο επικίνδυνες κόκκινες γραμμές ανάμεσα στις δύο χώρες. Το Πεκίνο θέλει να περιορίσει τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στο νησί, ενώ η Ουάσινγκτον δεν είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη στρατηγική της θέση στην περιοχή.
Ισως τελικά αυτό να ήταν το πραγματικό αποτέλεσμα της συνόδου. Δεν υπήρξε νικητής. Ούτε όμως και ηττημένος. Ο Τραμπ χρειάζεται να αποφύγει έναν νέο εμπορικό πόλεμο σε μια περίοδο πολιτικής πίεσης στο εσωτερικό, εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου με την ενεργειακή κρίση σε εξέλιξη και όλα τα πολεμικά μέτωπα ανοιχτά σε Ιράν και Ουκρανία. Ο Σι, από την άλλη, αντιμετωπίζει την απειλή της επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας, την αδύναμη εγχώρια ζήτηση και τη σχετικά υψηλή ανεργία των νέων.
Μια νέα σύγκρουση με τις ΗΠΑ θα δημιουργούσε προβλήματα και στους δύο. Ετσι, η εντυπωσιακή υποδοχή του Σι από τον Τραμπ, το κόκκινο χαλί, οι στρατιωτικές τιμές, η εικόνα των δύο ηγετών δίπλα δίπλα δεν πρέπει να διαβαστούν ως ένδειξη ότι οι διαφορές εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, αποτυπώνουν μια νέα πραγματικότητα. Οτι οι δύο πλευρές είναι αρκετά ισχυρές ώστε να ανταγωνίζονται, αλλά και αρκετά αλληλεξαρτώμενες ώστε να χρειάζονται η μία την άλλη.
Από «άγνωστος» και διωκόμενος, ισχυρότερος άνδρας της χώρας
Η διαδρομή του Σι Τζινπίνγκ είναι από μόνη της μια πολιτική ιστορία. Γεννήθηκε το 1953 στο Πεκίνο, γιος του Σι Τζονγκσούν, κορυφαίου κομμουνιστή αξιωματούχου και συνεργάτη του Μάο Τσε Τουνγκ. Ως παιδί της κομματικής ελίτ ανήκε στους λεγόμενους «πρίγκιπες» του καθεστώτος. Ομως, η οικογενειακή του θέση δεν τον προστάτευσε από τις ανατροπές της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ο πατέρας του εκκαθαρίστηκε και ο νεαρός Σι στάλθηκε στην κινεζική επαρχία. Εκεί, σε ηλικία μόλις 16 ετών, βρέθηκε να ζει και να εργάζεται μαζί με αγρότες. Πέρασε περίπου έξι χρόνια στο χωριό Λιανγκτζιαχέ, σε σκληρές συνθήκες, διαμένοντας ακόμη και σε μία «κατοικία», μέσα σε σπηλιά.
Η εμπειρία αυτή αποτέλεσε αργότερα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής εικόνας που καλλιέργησε. Εκείνη του ηγέτη που γνώρισε από πρώτο χέρι τη φτώχεια και τη ζωή της κινεζικής υπαίθρου. Ακολούθησε μια μακρά και προσεκτική πορεία μέσα στην κομματική ιεραρχία. Θέσεις σε επαρχίες, πόλεις και κομητείες, πολιτικές συμμαχίες, χαμηλό προφίλ και σταδιακή άνοδος. Το 2008 έγινε αντιπρόεδρος. Το 2012 ανέλαβε την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και την προεδρία της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής. Εναν χρόνο αργότερα έγινε πρόεδρος της Κίνας.
Από την αρχή, επομένως, συγκέντρωσε στα χέρια του τους τρεις βασικούς πυλώνες της κινεζικής εξουσίας. Το Κόμμα, το κράτος και τον στρατό. Στη συνέχεια δε, η εξουσία του έγινε ακόμη ισχυρότερη. Η εκστρατεία κατά της διαφθοράς, η αναδιάρθρωση της στρατιωτικής ηγεσίας και η ενίσχυση του προσωπικού ελέγχου του Κόμματος δημιούργησαν ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο ο Σι βρίσκεται πλέον στο κέντρο σχεδόν κάθε μεγάλης απόφασης. Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της σημερινής του δύναμης. Οσο περισσότερη εξουσία συγκεντρώνει τόσο περισσότερο η επιτυχία ή η αποτυχία της Κίνας συνδέεται προσωπικά μαζί του.

