Η πολιτική σταθερότητα της Γερμανίας δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε από την έναρξη της θητείας του Φρίντριχ Μερτς. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) μετέτρεψε μια σειρά περιφερειακών εκλογικών αναμετρήσεων σε πολιτικό σεισμό, ενώ το Κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) υπέστη ιστορικές απώλειες και ο κυβερνητικός συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών (SPD) εμφανίζεται όλο και πιο ευάλωτος.
Η κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τα εκλογικά ποσοστά. Αφορά την ίδια την πολιτική επιβίωση του καγκελαρίου, του οποίου την απομάκρυνση ζητεί δημοσκοπικά το 55% των Γερμανών πολιτών. Ο Μερτς, μόλις 16 μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας, βρίσκεται αντιμέτωπος με ιστορικά χαμηλή δημοτικότητα, εσωκομματική γκρίνια, αυξανόμενες διαφωνίες με το SPD και με το AfD να διεκδικεί πλέον ανοιχτά τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης στη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της INSA, το AfD εκτοξεύθηκε στο 29,5%, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει ποτέ η συγκεκριμένη εταιρία για το κόμμα. Το CDU/CSU περιορίζεται στο 19,5%, δημιουργώντας ένα πρωτοφανές χάσμα δέκα μονάδων. Συγχρόνως SPD, και Πράσινοι βρίσκονται στο 13,5%, ενώ η Αριστερά φτάνει το 10,5%.
Το μήνυμα των εκλογών στα κρατίδια είναι ακόμα πιο ηχηρό. Το AfD επικράτησε στη Σαξονία-Ανχαλτ και στη συνέχεια κέρδισε και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Εκεί το CDU έπεσε κάτω από το όριο του 5% και έμεινε εκτός τοπικού Κοινοβουλίου για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας. Στο Βερολίνο, την ίδια ώρα, το CDU έχασε έδαφος από την Αριστερά. Ο Μερτς χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «καταστροφή», αλλά αρνήθηκε να αφήσει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εξετάζει την παραίτησή του.
Ωστόσο, η πολιτική ζημιά είναι ήδη μεγάλη. Η άνοδος του AfD δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ανατολικογερμανικό φαινόμενο, αλλά κάτι βαθύτερο πολιτικά και ουσιαστικότερο κοινωνικά. Το κόμμα έχει καταφέρει να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια για το Μεταναστευτικό, την οικονομία, το κόστος ενέργειας και την αίσθηση πολιτικής αποξένωσης σε μια ευρύτερη αντισυστημική ψήφο με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά. Ετσι, το άλλοτε περιθωριακό AfD έχει τη δυνατότητα να επιχειρήσει να παρουσιαστεί ως η νέα «αστική-συντηρητική» δύναμη της Γερμανίας, υποστηρίζοντας ότι το CDU «έχει απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές συντηρητικές του ρίζες».
Η πρόκληση για τον Μερτς λοιπόν είναι διπλή. Από τη μία πλευρά πρέπει να ανακτήσει ψηφοφόρους που μετακινούνται προς τα δεξιά. Από την άλλη, δεν μπορεί εύκολα να υιοθετήσει τις θέσεις του AfD χωρίς να διακινδυνεύσει την παραδοσιακή κάποτε στρατηγική του «τείχους» απέναντι στο ακροδεξιό κόμμα, την οποία εξακολουθεί όμως να υπερασπίζεται το CDU. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία επιχειρεί πάντως να εκμεταλλευτεί τις ρωγμές. Σε εσωτερικό της κείμενο προτείνει πολιτικές για αυστηρότερες απελάσεις, κατάργηση της διπλής υπηκοότητας, επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια και κατάργηση μέτρων για την απανθρακοποίηση. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με τους συντηρητικούς, με το CDU να απορρίπτει επισήμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Στο εσωτερικό της κυβέρνησης η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Οι Σοσιαλδημοκράτες αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική φθορά του Μερτς απειλεί και τη δική τους επιβίωση. Στο επίκεντρο βρίσκεται το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης, κυρίως οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό και το σύστημα υγείας. Το SPD έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι ορισμένες από τις προτάσεις πρέπει να τροποποιηθούν, ιδιαίτερα εκείνες που επηρεάζουν την πρόωρη συνταξιοδότηση.
Το πρόβλημα για τον Μερτς είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις που θεωρεί αναγκαίες για την οικονομική ανασυγκρότηση της Γερμανίας είναι ταυτόχρονα πολιτικά επώδυνες. Η χώρα αντιμετωπίζει υψηλό ενεργειακό κόστος, έντονες πιέσεις στη βιομηχανία και ειδικά στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας, προβλήματα ανταγωνιστικότητας και ένα υπερβολικά γραφειοκρατικό για τα σύγχρονα δεδομένα κράτος. Η κυβέρνηση χρειάζεται αλλαγές άμεσα. Εντούτοις, κάθε αλλαγή μπορεί να δημιουργήσει νέους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους. Ετσι, η κυβέρνηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο, καθώς όσο καθυστερεί τις μεταρρυθμίσεις τόσο ενισχύεται η εικόνα της ανικανότητας και όσο τις προωθεί τόσο αυξάνεται η κοινωνική αντίδραση.
Το γερμανικό Σύνταγμα, όμως, δεν επιτρέπει μια εύκολη ανατροπή καγκελαρίου, καθώς είναι δομημένο επάνω στον διαρκή πλην όμως δικαιολογημένο ιστορικά φόβο της «βαϊμαροποίησης» της πολιτικής ζωής. Η «ψήφος δυσπιστίας» στη Γερμανία είναι διαφορετική από εκείνη άλλων κοινοβουλευτικών συστημάτων. Η Bundestag δεν μπορεί απλώς να καταψηφίσει τον καγκελάριο. Πρέπει ταυτόχρονα να εκλέξει διάδοχο με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της.
Δυσπιστία
Πρόκειται για την περίφημη εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας. Αυτό σημαίνει ότι, θεωρητικά, υπάρχουν τρία βασικά σενάρια για το τέλος της θητείας του Μερτς.
Πρώτο σενάριο: παραίτηση. Ο Μερτς μπορεί να αποφασίσει να αποχωρήσει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως και διάλυση της κυβέρνησης. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία CDU/CSU-SPD θα μπορούσε να εκλέξει άλλον καγκελάριο χωρίς νέες εκλογές.
Δεύτερο σενάριο: εποικοδομητική ψήφος δυσπιστίας. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένος υποψήφιος που να μπορεί να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία της Bundestag. Το σενάριο θεωρείται σήμερα εξαιρετικά δύσκολο, καθώς ούτε το CDU ούτε το SPD δείχνουν έτοιμα να διαλύσουν τον κυβερνητικό συνασπισμό. Στο παρασκήνιο ορισμένα ονόματα έχουν ήδη αρχίσει να ακούγονται. Ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βουστ, θεωρείται ένας πιθανός μελλοντικός διάδοχος, ενώ στις δημοσκοπήσεις μεταξύ των ψηφοφόρων του CDU/CSU εμφανίζεται ισχυρά και ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας και αρχηγός του CSU, Μάρκους Ζέντερ.
Τρίτο σενάριο: ψήφος εμπιστοσύνης και πρόωρες εκλογές. Ο καγκελάριος μπορεί να ζητήσει από την Bundestag ψήφο εμπιστοσύνης. Εάν τη χάσει, μπορεί να προτείνει στον ομοσπονδιακό πρόεδρο τη διάλυση της Βουλής. Το Σύνταγμα δίνει στον πρόεδρο τη δυνατότητα να προχωρήσει στη διάλυση μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο.
Αυτό, όμως, μοιάζει σήμερα με το πιο επικίνδυνο σενάριο για τον Μερτς. Με το AfD να προηγείται με διψήφια διαφορά σε ορισμένες δημοσκοπήσεις, οι πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να μετατρέψουν την πολιτική κρίση σε εκλογικό σεισμό. Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της γερμανικής κρίσης. Ο Μερτς είναι πολιτικά αποδυναμωμένος, αλλά δεν υπάρχει ακόμη προφανής εναλλακτική.
Γιατί CDU και SPD δεν επιθυμούν εκλογές
Σχεδόν οι μισοί Γερμανοί, σύμφωνα με την INSA, θα προτιμούσαν νέες εκλογές εάν ο Μερτς αποχωρούσε. Το 31% θα προτιμούσε να επιλέξει το υπάρχον Κοινοβούλιο νέο καγκελάριο. Οι πολιτικοί συσχετισμοί λειτουργούν σαν φρένο για μια άμεση ανατροπή. Το CDU δεν θέλει εκλογές όταν βρίσκεται πίσω από το AfD. Το SPD επίσης δεν έχει κανέναν λόγο να ρισκάρει μια νέα κάλπη. Και κανένα από τα δύο κόμματα δεν φαίνεται έτοιμο να ανοίξει την πόρτα για συνεργασία με το AfD.
Ο Μερτς, επομένως, παραμένει στη θέση του. Οχι επειδή η πολιτική του θέση είναι ισχυρή, αλλά επειδή προς το παρόν η εναλλακτική λύση είναι ακόμη πιο επικίνδυνη για το κυβερνητικό σύστημα. Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να διαδεχθεί τον Μερτς χωρίς να οδηγήσει τη Γερμανία σε πρόωρες εκλογές. Για την ώρα, απάντηση δεν υπάρχει. Και ακριβώς αυτή η απουσία εναλλακτικής είναι το μεγαλύτερο πολιτικό σωσίβιο του χρεοκοπημένου πολιτικά καγκελαρίου και ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη αδυναμία της γερμανικής κυβέρνησης.
