Τα στημένα, τα εκατομμύρια και οι πολιτικές πλάτες

Εχουμε ένα εκρηκτικό μείγμα στοιχηματισμού, χρήματος, ύποπτων διασυνδέσεων και προσώπων που φαίνεται να διαθέτουν αξιοσημείωτη πρόσβαση σε πολιτικούς κύκλους

Από το παρκέ του ελληνικού μπάσκετ μέχρι τους διαδρόμους του Μεγάρου Μαξίμου η απόσταση αποδεικνύεται, τελικά, πολύ μικρότερη απ’ όσο θα ήθελε να πιστεύει η κυβέρνηση. Και το σκάνδαλο με τους καταγγελλόμενους στημένους αγώνες, τις συλλήψεις και τα εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που βρέθηκαν σε σπίτια εμπλεκομένων αποκτά πλέον αναπόφευκτες πολιτικές διαστάσεις.

Διότι εδώ δεν έχουμε απλώς άλλη μία σκοτεινή υπόθεση στον ελληνικό αθλητισμό. Εχουμε ένα εκρηκτικό μείγμα στοιχηματισμού, χρήματος, ύποπτων διασυνδέσεων και προσώπων που φαίνεται να διαθέτουν αξιοσημείωτη πρόσβαση σε πολιτικούς κύκλους. Και κάπου εκεί εμφανίζεται, ακόμη μία φορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η αποκάλυψη ότι διαιτητής που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης συμμετείχε, μόλις είκοσι ημέρες πριν από τη σύλληψή του, σε δημόσια δραστηριότητα μαζί με τον πρωθυπουργό, στην Πιερία, προκαλεί ένα πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να προσπεραστεί με την ευκολία μιας κυβερνητικής ανακοίνωσης. Θα ακούσουμε πάλι το γνωστό «δεν γνώριζα»;

Η υπόθεση βρισκόταν ήδη επί μήνες στο μικροσκόπιο των αρμόδιων Αρχών. Αυτό σημαίνει αν μη τι άλλο ότι η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια εικόνα είχε για τις καταγγελίες περί οργανωμένης χειραγώγησης αγώνων και τι έκανε σε επίπεδο θεσμικής εποπτείας. Γιατί το «δεν γνώριζα» δεν μπορεί να αποτελεί το μόνιμο καταφύγιο μιας εξουσίας που κατά τα άλλα διαφημίζει ότι ελέγχει τα πάντα.

Υπάρχει, βεβαίως, και μια δεύτερη, εξίσου ενοχλητική διάσταση. Η ευκολία με την οποία πρόσωπα που αργότερα βρίσκονται αντιμέτωπα με σοβαρές κατηγορίες εμφανίζονται δίπλα σε κορυφαίους κυβερνητικούς παράγοντες. Μια φωτογραφία δεν αποδεικνύει συνενοχή. Μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως παράσημο επιρροής. Και στην Ελλάδα των πελατειακών δικτύων το ερώτημα είναι πάντοτε το ίδιο: η εγγύτητα στην εξουσία εξασφαλίζει μόνο κοινωνικό κύρος ή ανοίγει και άλλες πόρτες;

Τα 820.000 ευρώ που εντοπίστηκαν στο σπίτι κατηγορούμενου διαιτητή δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ένα εύρημα που απαιτεί εξαντλητική διερεύνηση ως προς την προέλευση και τον προορισμό των χρημάτων. Η Δικαιοσύνη θα κρίνει τις ποινικές ευθύνες. Η πολιτική εξουσία, όμως, δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τη δικαστική έρευνα για να αποφύγει τις δικές της.

Ποιος επόπτευε το σύστημα; Ποιος αξιολογούσε τις καταγγελίες; Πώς λειτουργούσαν οι μηχανισμοί ελέγχου; Και, κυρίως, υπήρξαν προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν ή διασυνδέσεις που εξασφάλισαν ανοχή; Απαιτείται λοιπόν να ερευνηθεί αν υπήρξαν πολιτικές παρεμβάσεις. Διότι η διαφάνεια δεν εξαντλείται στις συλλήψεις όσων φέρεται ότι έστηναν αγώνες. Περιλαμβάνει και τον έλεγχο εκείνων που είχαν την ευθύνη να αποτρέψουν τη δημιουργία ενός τέτοιου κυκλώματος.

Το Μέγαρο Μαξίμου έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει ότι μια κοινή εμφάνιση δεν συνεπάγεται προσωπική ευθύνη του πρωθυπουργού. Δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να αντιμετωπίσει ακόμη ένα σκάνδαλο σαν ανεπιθύμητη είδηση που θα ξεχαστεί μόλις αλλάξει η επικαιρότητα. Γιατί στο ελληνικό μπάσκετ μπορεί να ερευνώνται οι στημένοι αγώνες. Στην πολιτική, όμως, το μεγάλο ερώτημα είναι αν υπάρχουν και στημένες σιωπές.

Και αυτή τη φορά το τελικό σφύριγμα δεν πρέπει να το δώσει το Μέγαρο Μαξίμου.

Από τη στήλη «Ο κοριός» της «Δημοκρατίας»