Η Ευρώπη σε αναβρασμό: Οι 10 ημέρες που τα άλλαξαν όλα

Στα πρόθυρα σοβαρής πολιτικής κρίσης η Γαλλία, με εκτεταμένες διαδηλώσεις αλλά και λεηλασίες και καταστροφές στο Παρίσι και στις μεγάλες πόλεις

Από τη Γαλλία και την Ιταλία έως την Αλβανία οι διαδηλώσεις κλιμακώνονται, με τη νεολαία να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Η αβεβαιότητα, το αυξανόμενο κόστος ζωής, η ανεξέλεγκτη μετανάστευση λόγω της εφαρμογής διαλυτικών πολιτικών «ανοιχτών συνόρων» και η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό κοινωνικό σκηνικό στην Ευρώπη. Χιλιάδες διαδηλωτές βγαίνουν στους δρόμους, με τις κινητοποιήσεις να καταλήγουν σε συγκρούσεις, συλλήψεις, τραυματισμούς και λεηλασίες. Το κοινό στοιχείο των κινητοποιήσεων είναι η δυσπιστία απέναντι στην ικανότητα των πολιτικών συστημάτων να ανταποκριθούν σε καθημερινά προβλήματα. Ωστόσο, οι διαδηλώσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα, καθώς συνδέονται με διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες

Η Γαλλία παραμένει σε κλοιό σοβαρής κοινωνικής και πολιτικής κρίσης μετά το κύμα βίαιων διαδηλώσεων, λεηλασιών και εκτεταμένων καταστροφών που συγκλόνισαν μεγάλες πόλεις, όπως το Παρίσι, η Λιόν και η Μασσαλία, με την άμεση εμπλοκή ακραίων στοιχείων – είτε με αριστερό πολιτικό πρόσημο είτε με μεταναστευτικό προφίλ. Γεγονότα που τελικά γονατίζουν και ό,τι απέμεινε όρθιο από μια χώρα που «χαροπαλεύει» δημοσιονομικά λόγω των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφάρμοσε με αυταρχισμό ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος διανύει τους τελευταίους μήνες της προεδρίας του. Με τις προεδρικές εκλογές του 2027 να πλησιάζουν, οι επίδοξοι διάδοχοί του επιχειρούν να αξιοποιήσουν την κρίση, διεκδικώντας την πολιτική πρωτοβουλία σε ένα σκηνικό αυξανόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας. Ο Μακρόν, στην τελική ευθεία της δεκαετούς παρουσίας του στην εξουσία, αντιμετωπίζει τη βαθύτερη κρίση δημοτικότητας από την ανάληψη των καθηκόντων του το 2017. Η υποστήριξή του έχει υποχωρήσει σε επίπεδα χαμηλότερα ακόμη και από εκείνα της περιόδου των κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων», το 2018, που είχαν αναδείξει την κοινωνική ανισότητα και το αυξανόμενο κόστος ζωής. 

Η Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται ως το φαβορί για την προεδρική αναμέτρηση με τα δημοσκοπικά ποσοστά της για κάλπη να εκτοξεύονται μετά και τις ταραχές που εμφάνισαν την κυβέρνηση Λεκορνί ως ανίκανη να διασφαλίσει την τάξη και την ασφάλεια. Η Λεπέν επιχειρεί πλέον να μετατρέψει την κοινωνική οργή σε εκλογικό πλεονέκτημα. «Αντιμετωπίζουμε ένα κράτος που καταρρέει» δήλωσε η επικεφαλής του Εθνικού Συναγερμού, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι έχει χάσει τον έλεγχο της κατάστασης. Παράλληλα, απέδωσε τη βία σε ακροαριστερές ομάδες και σε λεηλασίες που, όπως υποστήριξε, προέρχονται από τα προάστια και τους μετανάστες. Στη ραδιοφωνική της συνέντευξη στο Franceinfo, η Λεπέν χαρακτήρισε την κατάσταση στη Γαλλία «πολλαπλό χάος», επιρρίπτοντας την αποκλειστική ευθύνη στον Εμανουέλ Μακρόν και στην αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού. Οπως υπογράμμισε, η χώρα βιώνει ταυτόχρονα «μεταναστευτικό χάος, χάος στην ασφάλεια και δημοσιονομικό χάος», συνδέοντας ευθέως την έξαρση της εγκληματικότητας με την απώλεια του ελέγχου στα σύνορα και την υποχώρηση της δημόσιας τάξης.

Η δικαστική εξέλιξη νωρίτερα μέσα στη χρονιά, με την οποία περιορίστηκε η διάρκεια της απαγόρευσης άσκησης δημόσιου αξιώματος που απειλούσε τις πολιτικές της φιλοδοξίες, άνοιξε εκ νέου τον δρόμο για την υποψηφιότητά της. Σύμφωνα με τον Φρεντερίκ Νταμπί, γενικό διευθυντή του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Ifop, η Λεπέν είναι μέχρι στιγμής η υποψήφια που έχει καταφέρει να αξιοποιήσει περισσότερο πολιτικά τα γεγονότα. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι έχει ισχυρές πιθανότητες να περάσει στον δεύτερο γύρο. Ο πρόεδρος του Εθνικού Συναγερμού Ζορντάν Μπαρντελά καλεί τους πολίτες να μετατρέψουν την οργή τους σε ψήφο, ενώ το κόμμα ζητεί ενίσχυση των αστυνομικών δυνάμεων και αυστηρότερες ποινές για όσους συμμετέχουν σε επεισόδια.

Στην αντίπερα όχθη ο Ζαν-Λικ Μελανσόν επιχειρεί να εκφράσει τα αιτήματα των διαδηλωτών, καταδικάζοντας παράλληλα τις λεηλασίες και τους βανδαλισμούς. Ο επικεφαλής της Ανυπότακτης Γαλλίας αποδίδει μέρος της έντασης στον τρόπο αστυνόμευσης των κινητοποιήσεων και στην αποτυχία της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις κοινωνικές διεκδικήσεις. Στο επίκεντρο των διαμαρτυριών βρίσκονται τα αιτήματα για αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, αναβάθμιση η δημόσια υγεία, η ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών και περισσότεροι πόροι για την εκπαίδευση. Ο Μελανσόν συμμετείχε στις πορείες στο Παρίσι, ενώ το κόμμα του έχει στηρίξει και τις μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν στα μέσα Σεπτεμβρίου, με αιτήματα για περισσότερους εκπαιδευτικούς, καλύτερες υποδομές και αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Ωστόσο, η στάση του απέναντι στην αστυνομία έχει προκαλέσει αντιδράσεις από πολιτικούς αντιπάλους, οι οποίοι τον κατηγορούν ότι δικαιολογεί εμμέσως τη βία. Αναλυτές εκτιμούν ότι τα επεισόδια ενδέχεται να απομακρύνουν μετριοπαθείς ψηφοφόρους, την ώρα που η έμφαση στα κοινωνικά αιτήματα μπορεί να ενισχύσει την απήχησή του στην Αριστερά.

Στον χώρο του Κέντρου παραμένει ευρύ το πεδίο των διεκδικητών, μεταξύ των οποίων βρίσκονται δύο πρώην πρωθυπουργοί που είχαν διοριστεί από τον Μακρόν. Παράλληλα, οι Σοσιαλιστές και οι σύμμαχοί τους επέλεξαν νωρίτερα τον Οκτώβριο έναν κεντροαριστερό ευρωβουλευτή ως υποψήφιό τους. Κανείς από αυτούς, ωστόσο, δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να αποκτήσει σαφές δημοσκοπικό προβάδισμα. Για τον Μακρόν, η πρόκληση δεν περιορίζεται στη διαχείριση της κρίσης των τελευταίων μηνών της θητείας του. Αφορά και την πολιτική παρακαταθήκη του, καθώς η αδυναμία του Κέντρου να αναδείξει έναν ισχυρό διάδοχο ενισχύει την πιθανότητα η επόμενη προεδρική αναμέτρηση να εξελιχθεί σε σύγκρουση μεταξύ των δύο άκρων του πολιτικού φάσματος.

Εκτακτα μέτρα και στρατός στο Μιλάνο 

Σε κλοιό σοβαρής κοινωνικής έντασης και πολιτικής αντιπαράθεσης βρίσκεται και η Ιταλία, καθώς το κύμα των διαδηλώσεων που συγκλονίζει τη χώρα με αιχμή το κόστος ζωής, την ακρίβεια και τις πολιτικές στην εκπαίδευση εξελίχθηκε σε βίαια επεισόδια και εκτεταμένες καταστροφές σε μεγάλα αστικά κέντρα. Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση δημόσιας τάξης, προσπαθεί να αντιδράσει, αν και αποσπασματικά, με αυστηρά νομοθετικά μέτρα και την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων. Η κατάσταση πυροδοτήθηκε στα μέσα Οκτωβρίου μέσα από κινητοποιήσεις φοιτητών, μαθητών και εργαζομένων υπό το σύνθημα «No Meloni Day», οι οποίοι κατέβηκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για την άνοδο των τιμών, τα ενοίκια και τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες. Ωστόσο, οι διαδηλώσεις σε πόλεις όπως το Μιλάνο, το Τορίνο, η Μπολόνια και η Ρώμη σημαδεύτηκαν από σοβαρότατες συγκρούσεις. Στο Μιλάνο περιθωριακές ομάδες και άτομα με καλυμμένα πρόσωπα προχώρησαν σε λεηλασίες καταστημάτων, εμπρησμούς κάδων και βανδαλισμούς στο κέντρο της πόλης, αναγκάζοντας τις αστυνομικές δυνάμεις να κάνουν ευρεία χρήση δακρυγόνων και κανονιών νερού. Οι Aρχές προχώρησαν σε εκατοντάδες προσαγωγές και δεκάδες συλλήψεις, με μεγάλο ποσοστό των εμπλεκομένων να είναι ανήλικοι. Ως απάντηση στη ραγδαία κλιμάκωση, το ιταλικό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε κατεπειγόντως νέο νομοθετικό διάταγμα αυστηρών μέτρων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η αποστολή 500 επιπλέον στρατιωτών στο Μιλάνο για την ενίσχυση της ασφάλειας, η θέσπιση νέου αυστηρότερου αδικήματος για τη βίαιη συμμετοχή σε διαδηλώσεις με πολυετείς ποινές φυλάκισης, καθώς και η νομική ευθύνη των γονέων σε περίπτωση φθορών από ανήλικα τέκνα. Παράλληλα, η κυβέρνηση προωθεί τη χρήση τεχνολογίας Τεχνητής Νοημοσύνης και βιομετρικής αναγνώρισης για τον εντοπισμό ταραχοποιών, κίνηση που προκαλεί έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση, η οποία κατηγορεί το εκτελεστικό γραφείο για επιλογή καταστολής αντί πολιτικής εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας.

«Κόκκινος συναγερμός» στην Ιβηρική

Νέο κύμα μαζικών κινητοποιήσεων και κοινωνικής δυσαρέσκειας σαρώνει την Ιβηρική Χερσόνησο, με τις κυβερνήσεις σε Ισπανία και Πορτογαλία να βρίσκονται αντιμέτωπες με οξεία στεγαστική και οικονομική κρίση που βγάζει χιλιάδες πολίτες στους δρόμους. Η οργή των πολιτών -τροφοδοτούμενη από την εκτίναξη των ενοικίων, το δυσβάσταχτο κόστος διαβίωσης και τις συνεχείς εξώσεις- έχει οδηγήσει στη δημιουργία συντονισμένων κινημάτων σε ολόκληρη την περιοχή. Στην Πορτογαλία εκατοντάδες ακτιβιστές έχουν στήσει καταυλισμούς στις κεντρικές πλατείες της Λισαβόνας (Rossio) και του Πόρτο, απαιτώντας τον άμεσο περιορισμό των τιμών στα ακίνητα και την απόσυρση νομοσχεδίων που διευκολύνουν τις εξώσεις. Παρά τις συντονισμένες επιχειρήσεις της αστυνομίας για την εκκένωση των δημόσιων χώρων και τις δεκάδες συλλήψεις, οι διαδηλωτές επιστρέφουν μαζικά στα σημεία, κλιμακώνοντας τη διαμαρτυρία τους.

Το κίνημα στην Πορτογαλία αντλεί έμπνευση και συντονίζεται με τις αντίστοιχες κινητοποιήσεις στην Ισπανία, όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια «φούντωσε» μετά την τραγική έξωση ηλικιωμένων και ευάλωτων πολιτών, μετατρέποντας εμβληματικές πλατείες, όπως η Πουέρτα ντελ Σολ στη Μαδρίτη, σε κέντρα διαμαρτυρίας. Η Μαρία Σιλβέστρε, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Ντεούστο στην Ισπανία, περιγράφει στο AP ένα έντονο αίσθημα ανασφάλειας και απώλειας ελέγχου μεταξύ των νέων. Οπως επισημαίνει, όταν συσσωρεύονται επιμέρους προβλήματα, ένα γεγονός μπορεί να λειτουργήσει σαν σπίθα, μετατρέποντας τη διάχυτη δυσαρέσκεια σε μαζική κινητοποίηση. Οι διοργανωτές των κινητοποιήσεων στην Ιβηρική καλούν σε ευρύτερη συμπόρευση και απεργιακές κινητοποιήσεις τις επόμενες εβδομάδες.

Φουντώνει η οργή κατά του Ράμα 

Οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην αλβανική πρωτεύουσα, με τη συμμετοχή μαθητών λυκείων και φοιτητών, ενισχύουν το κίνημα των Φλαμίνγκο, το οποίο ζητεί την παραίτηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Εντι Ράμα. Οι κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν με αιχμή την καταπολέμηση της διαφθοράς και την αντίθεση σε μεγάλη τουριστική επένδυση του γαμπρού του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ, έχουν εξελιχθεί σε ευρύτερη αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής. Η επένδυση έχει προκαλέσει αντιδράσεις λόγω των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που καταγγέλλουν επικριτές της, ενώ η ονομασία «Επανάσταση των Φλαμίνγκο» παραπέμπει στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής όπου σχεδιάζεται το έργο. Ωστόσο, η δυσαρέσκεια έχει πλέον διευρυνθεί. Οι διαδηλωτές ζητούν μέτρα κατά της διαφθοράς, προστασία της δημόσιας υγείας, καλύτερη εκπαίδευση και διασφάλιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Οι νέοι εκφράζουν επίσης ανησυχία για το κόστος των σπουδών, τις περιορισμένες επαγγελματικές ευκαιρίες και το βιοτικό επίπεδο. Ο Ράμα απορρίπτει τις εκκλήσεις για αποχώρησή του, χαρακτηρίζοντας τους διαδηλωτές «ιδεολογικοποιημένους και ριζοσπαστικοποιημένους» από την αντιφασιστική Αριστερά. Η στάση του, ωστόσο, δεν έχει εκτονώσει την ένταση. Οι εξελίξεις στην Αλβανία εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κύμα κινητοποιήσεων στα Βαλκάνια, με τη διαφθορά και τη λειτουργία των θεσμών να βρίσκονται στο επίκεντρο. Στη Σερβία φοιτητές ηγούνται εδώ και σχεδόν δύο χρόνια αντικυβερνητικών διαμαρτυριών, ενώ οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές αναμένεται να δοκιμάσουν τις πολιτικές ισορροπίες.

Ο ρόλος των Gen Z και των φοιτητικών κινημάτων

Στο «μικροσκόπιο» των μεγαλύτερων διεθνών μέσων ενημέρωσης, ινστιτούτων στρατηγικής ανάλυσης και πανεπιστημιακών σχολών βρίσκεται το πρωτοφανές κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας και ταραχών που σαρώνει τη γηραιά ήπειρο. Κορυφαίες αναλύσεις επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν τις βαθύτερες αιτίες που βγάζουν χιλιάδες πολίτες στους δρόμους από το Παρίσι και το Μιλάνο μέχρι τη Λισαβόνα και τα Τίρανα, σκιαγραφώντας ένα τοπίο βαθιάς συστημικής κρίσης. Ο «θυμός στην Ευρώπη» δεν αποτελεί ένα ενιαίο, κεντρικά συντονισμένο κίνημα, αλλά τη συγχώνευση πολλαπλών τοπικών κρίσεων σε μια κοινή ευρωπαϊκή ψυχολογία αδιεξόδου. Οι αναλυτές βλέπουν τις αιτίες της οργής στην εκτίναξη του πληθωρισμού, στη στεγαστική κρίση και την ακρίβεια που έχουν ρίξει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Το αίσθημα ότι η εργασία δεν εγγυάται πλέον μια αξιοπρεπή διαβίωση δημιουργεί μόνιμη κατάσταση οικονομικής ανασφάλειας. Ο ρόλος των Gen Z και των φοιτητικών κινημάτων είναι η σπίθα που ανάβει το φιτίλι. Οι διαμαρτυρίες για τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τις δημόσιες υπηρεσίες αντανακλούν τη βαθιά πεποίθηση των νέων ότι στερούνται τις προοπτικές που είχαν οι προηγούμενες γενιές. Την ίδια ώρα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να απορροφήσουν ταυτόχρονα το κόστος της ενεργειακής μετάβασης, την αύξηση των αμυντικών δαπανών και τις συνέπειες από τις διεθνείς κρίσεις. Καθώς τα παραδοσιακά «μαξιλάρια» ασφαλείας συρρικνώνονται, οι προϋπολογισμοί πιέζονται και η κοινωνική ανοχή στα μέτρα λιτότητας εξαντλείται.