Δ. Υφαντής: «Η παράδοση δεν δημιουργήθηκε για να βρίσκεται σε ένα μουσείο»
Ο ερμηνευτής μιλά για τη μουσική ως μνήμη, συνέχεια, προσφορά και, πάνω απ’ όλα, ανθρώπινη επικοινωνία
«Στο τέλος, αυτό που έχει σημασία είναι να μη χάσουμε τον άνθρωπο μέσα σε όλα όσα κάνουμε». Η φράση του Δημήτρη Υφαντή συμπυκνώνει ίσως και τη βαθύτερη ουσία της διαδρομής του. Γιατί πίσω από τον ερμηνευτή του «Καίγομαι και σιγολιώνω», τον μουσικό που συνεργάστηκε με τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Θάνο Μικρούτσικο, και τον άνθρωπο που συνεχίζει να αναζητά νέους δρόμους για την ηπειρώτικη μουσική, βρίσκεται ένας καλλιτέχνης που επιμένει στην ανθρώπινη επικοινωνία. Με αφορμή τις επικείμενες live εμφανίσεις του στην Αθήνα μιλά στο «ENJOY» για τις δυσκολίες που χρειάστηκε να ξεπεράσει, για την απόφασή του να μη γίνει μια προσωπική δοκιμασία ολόκληρη η ταυτότητά του, για την προσφορά μέσα από τη μουσική, αλλά και για την επιλογή να ζει και να δημιουργεί στον τόπο του, τα Γιάννενα.
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Ερχεστε στην Αθήνα για δύο εμφανίσεις, στις 6 και 13 Νοεμβρίου, στο Stage 7. Τι θα παρουσιάσετε στο κοινό και ποια είναι τα καλλιτεχνικά σας σχέδια για τη συνέχεια;
Στις 6 και τις 13 Νοεμβρίου θα παρουσιάσουμε τα «Στοιχειά και Στίχοι», μια παράσταση που γεννήθηκε από την ανάγκη μας να δούμε την ηπειρώτικη μουσική μέσα από μια σύγχρονη ματιά. Στον πυρήνα της υπάρχουν οι θρύλοι, οι ιστορίες, η φύση και ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά έγιναν τραγούδι και πέρασαν από γενιά σε γενιά. Θέλουμε να υπάρχει άμεση επικοινωνία με τον θεατή. Γι’ αυτό και υπάρχουν διαδραστικά στοιχεία, με το κινητό του θεατή να γίνεται σε ορισμένες στιγμές μέρος της μουσικής εμπειρίας. Η τεχνολογία, όμως, είναι για εμάς ένα εργαλείο και όχι ο πρωταγωνιστής. Στο επίκεντρο παραμένουν η μουσική και η δύναμη του ηπειρώτικου τραγουδιού. Παράλληλα, συνεχίζω την προσπάθεια για τη δημιουργία νέου ηπειρώτικου τραγουδιού. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να εξερευνήσω τον διάλογο διαφορετικών παραδόσεων. Ενα από τα πράγματα που δουλεύω αυτή την περίοδο είναι η ένταξη της κρητικής μαντινάδας σε ηπειρώτικες μελωδίες. Είναι δύο διαφορετικές μουσικές παραδόσεις, που όμως έχουν κοινά στοιχεία στην προφορικότητα, στον στίχο και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος εκφράζει μέσα από το τραγούδι τα συναισθήματά του. Θέλω να δω τι μπορεί να γεννηθεί μέσα από αυτή τη συνάντηση, χωρίς να χαθεί η ταυτότητα της ηπειρώτικης μουσικής. Αυτή η αναζήτηση, μαζί με νέο υλικό που υπάρχει ήδη, είναι και η βάση για την επόμενη δισκογραφική μου δουλειά και για τις ζωντανές παρουσιάσεις που θέλω να ακολουθήσουν.
Το «Καίγομαι και σιγολιώνω» έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο της φωνής σας. Τι σημαίνει για εσάς αυτό το τραγούδι;
Είναι από εκείνα τα τραγούδια που κάποια στιγμή παύουν να ανήκουν μόνο στον ερμηνευτή τους. Τα παίρνει ο κόσμος και τα κάνει δικά του. Αυτό είναι ίσως και το πιο όμορφο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε ένα τραγούδι. Κάθε φορά που το τραγουδάω, συναντώ ξανά ένα κομμάτι της διαδρομής μου, αλλά και τους ανθρώπους που το έχουν αγαπήσει. Με τα χρόνια αλλάζει και ο άνθρωπος και ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τους στίχους. Γι’ αυτό και ένα τραγούδι μπορεί να αποκτά διαφορετικό νόημα κάθε φορά που το λες.
Ξεκινήσατε από τα Γιάννενα με ένα μπουζούκι που σας χάρισε ο παππούς σας και φτάσατε να συνεργάζεστε με σπουδαίους καλλιτέχνες. Ποια στιγμή σάς άλλαξε περισσότερο ως μουσικό;
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει μία μόνο στιγμή. Περισσότερο ήταν οι συναντήσεις με τους ανθρώπους. Κάθε συνεργασία άφησε κάτι πάνω μου και με έβαλε να ξανασκεφτώ τη μουσική. Ισως, όμως, αυτό που με άλλαξε περισσότερο ήταν η στιγμή που κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να προσπαθείς συνεχώς να αποδείξεις ποιος είσαι. Οσο περισσότερο γνωρίζεις τη μουσική τόσο περισσότερο καταλαβαίνεις ότι έχεις πάντα κάτι καινούργιο να μάθεις.
Η σχέση σας με την παραδοσιακή μουσική είναι ιδιαίτερη. Τι αναζητάτε στην παράδοση και πώς μπορεί να συνομιλήσει με τη σύγχρονη μουσική;
Αναζητώ την αλήθεια της. Η παράδοση δεν δημιουργήθηκε για να βρίσκεται σε ένα μουσείο. Δημιουργήθηκε από ανθρώπους που είχαν ανάγκη να μιλήσουν, να χαρούν, να πονέσουν, να ερωτευτούν. Αρα είναι από τη φύση της ζωντανή. Με ενδιαφέρει να γνωρίσουμε βαθιά τη μουσική μας γλώσσα και, έχοντας αυτή τη γνώση, να δημιουργήσουμε καινούργια τραγούδια που να μιλούν για τον σημερινό άνθρωπο, χωρίς να χάνουν την ταυτότητα της μουσικής. Δεν θέλω να περιορίσουμε την ηπειρώτικη μουσική σε όσα έχουν ήδη δημιουργηθεί. Θέλω να υπάρξει συνέχεια. Να μπορούν οι επόμενες γενιές να παραλάβουν μια παράδοση που δεν σταμάτησε, αλλά εξακολουθεί να εξελίσσεται.
Εχετε συνεργαστεί με προσωπικότητες όπως η Δήμητρα Γαλάνη, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Θάνος Μικρούτσικος. Υπάρχει κάποια συμβουλή που κουβαλάτε ακόμη μαζί σας;
Από τους ανθρώπους που συνάντησα κρατάω περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο στέκονταν απέναντι στη μουσική και τη ζωή, παρά μία συγκεκριμένη φράση. Ο καθένας είχε τη δική του διαδρομή και τη δική του αλήθεια. Αυτό που έχω κρατήσει είναι ότι η μουσική θέλει δουλειά, αλλά πάνω απ’ όλα θέλει ειλικρίνεια. Δεν μπορείς να τραγουδάς κάτι που δεν σε αφορά πραγματικά και να περιμένεις να αφορά βαθιά και τον άλλον.
Παίζετε πολλά όργανα και έχετε ασχοληθεί με διαφορετικά μουσικά είδη. Τι σας καθορίζει περισσότερο: η ερμηνεία, το όργανο, η σύνθεση ή η ανάγκη να αφηγείστε ιστορίες;
Ολα αυτά είναι διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο σημείο. Το όργανο είναι ένα μέσο, η ερμηνεία ένας τρόπος επικοινωνίας και η σύνθεση ένας τρόπος να δημιουργήσεις κάτι δικό σου. Αν έπρεπε να κρατήσω κάτι, θα έλεγα την ανάγκη να αφηγούμαι. Η μουσική είναι ένας τρόπος να πεις μια ιστορία χωρίς απαραίτητα να χρησιμοποιήσεις πολλά λόγια. Μπορεί να είναι η ιστορία ενός ανθρώπου, ενός τόπου ή ένα συναίσθημα που δεν μπορείς να εξηγήσεις διαφορετικά.
Το πρόβλημα στην όρασή σας είναι ένα γεγονός που έχει σημαδέψει τη ζωή σας. Υπήρξε στιγμή που είπατε «δεν θα αφήσω αυτό που μου συνέβη να καθορίσει τη ζωή μου»;
Νομίζω ότι αυτή η απόφαση δεν παίρνεται μία φορά. Είναι κάτι που το ξαναδιαλέγεις κάθε μέρα. Υπήρχαν δύσκολες στιγμές, αλλά δεν ήθελα ποτέ ένα γεγονός να γίνει ολόκληρη η ταυτότητά μου. Προτίμησα να κοιτάξω τι μπορώ να κάνω και όχι μόνο τι δεν μπορώ να κάνω. Η μουσική με βοήθησε πολύ, γιατί μου έδωσε έναν χώρο όπου μπορούσα να συνεχίσω να δημιουργώ, να επικοινωνώ και να εξελίσσομαι.
Σε μια εποχή όπου πολλοί καλλιτέχνες αισθάνονται ότι πρέπει να βρίσκονται στην Αθήνα, εσείς επιλέξατε να παραμείνετε στα Γιάννενα. Τι σας κρατά τόσο δεμένο με τον τόπο σας;
Είναι ο τόπος μου. Δεν είναι μόνο η καταγωγή. Είναι οι άνθρωποι, οι εικόνες, οι ήχοι, οι μνήμες, η φύση. Είναι ένας τρόπος ζωής που τον κουβαλάς μέσα σου, ακόμη κι όταν φεύγεις. Εζησα πολλά χρόνια στην Αθήνα και πήρα πάρα πολλά από αυτήν την πόλη. Κάποια στιγμή, όμως, κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται να βρίσκεσαι σε ένα συγκεκριμένο κέντρο για να δημιουργείς. Μπορείς να έχεις ανοιχτούς ορίζοντες και να ζεις στον τόπο που σε εκφράζει. Τα Γιάννενα δεν είναι για μένα ένας τόπος από τον οποίο πρέπει να φύγω για να κάνω μουσική. Είναι ο τόπος από τον οποίο θέλω η μουσική μου να ξεκινά και να ταξιδεύει.
Τι θα έπρεπε να αλλάξει στην περιφέρεια ώστε ένας νέος άνθρωπος να μπορεί να πει «μένω στον τόπο μου» χωρίς να αισθάνεται ότι θυσιάζει πράγματα;
Χρειάζονται περισσότερες πραγματικές ευκαιρίες: υποδομές, χώροι πολιτισμού, εκπαίδευση, δυνατότητες συνεργασίας και ένα περιβάλλον που να επιτρέπει στον νέο άνθρωπο να δημιουργήσει χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει οπωσδήποτε να φύγει. Το να μένεις στον τόπο σου δεν πρέπει να σημαίνει ότι κλείνεσαι μέσα σε αυτόν. Η τεχνολογία πλέον μάς επιτρέπει να επικοινωνούμε με τον κόσμο από οπουδήποτε. Αυτό που χρειάζεται είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε αυτές οι δυνατότητες να αξιοποιούνται.
Πόσο έχει επηρεάσει η Ηπειρος τη μουσική σας ταυτότητα; Αν δεν είχατε μεγαλώσει στα Γιάννενα, θα ακούγαμε σήμερα τον ίδιο Δημήτρη Υφαντή;
Οχι. Δεν νομίζω ότι θα ήμουν ο ίδιος μουσικός. Η Ηπειρος υπάρχει μέσα μου, ακόμη κι όταν δεν τραγουδάω ηπειρώτικα. Ο τρόπος που ακούω τη φωνή, τη σιωπή, τον χώρο, το τοπίο και τον στίχο έχει επηρεαστεί από τον τόπο όπου μεγάλωσα. Η πεντατονική μουσική, τα μοιρολόγια, τα πανηγύρια και τα τραγούδια που άκουγα από μικρός είναι κομμάτια μιας μουσικής μνήμης που κουβαλάω. Ισως τελικά ο τόπος να είναι σαν μια πρώτη μουσική σχολή. Δεν το καταλαβαίνεις όταν είσαι παιδί, αλλά το συνειδητοποιείς πολύ αργότερα.
Εχετε τραγουδήσει για παιδιά της «Φλόγας» και της Μονής Δουραχάνης. Τι σας έχει διδάξει η επαφή με ανθρώπους που έχουν ανάγκη από κάτι περισσότερο από μια απλή συναυλία;
Μου έχει θυμίσει ότι η μουσική δεν είναι μόνο επάγγελμα και σκηνή. Είναι ένας τρόπος να σταθείς δίπλα στον άλλον. Οταν τραγουδάς σε έναν τέτοιο χώρο, καταλαβαίνεις ότι δεν έχει σημασία αν όλα είναι τέλεια. Εχει σημασία η ανθρώπινη παρουσία. Το ότι είσαι εκεί. Και πολλές φορές αυτοί που θεωρούμε ότι έχουν ανάγκη από εμάς, τελικά μας δίνουν οι ίδιοι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Μας θυμίζουν τι έχει πραγματικά αξία.
Το Τρίφωνο υπήρξε ένα σημαντικό κεφάλαιο της πορείας σας. Τι σας λείπει περισσότερο από εκείνη την περίοδο και τι δεν θα θέλατε να ξαναζήσετε;
Το Τρίφωνο ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία, τόσο καλλιτεχνικά όσο και ανθρώπινα. Μου λείπει η αίσθηση της συλλογικότητας, το ότι τρεις άνθρωποι συναντιούνται και προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι που κανείς μόνος του δεν θα μπορούσε να κάνει με τον ίδιο τρόπο. Δεν θα ήθελα, όμως, να επιστρέψω σε εκείνη την περίοδο ως συνθήκη ζωής. Κάθε εποχή έχει τον δικό της κύκλο. Αυτό που κρατάω είναι όσα μάθαμε, οι άνθρωποι που γνωρίσαμε και η μουσική που δημιουργήθηκε.
Σε μια εποχή οικονομικής πίεσης και κοινωνικής απομόνωσης, πιστεύετε ότι η αλληλεγγύη παραμένει ζωντανή στην ελληνική κοινωνία;
Ναι, πιστεύω ότι υπάρχει. Μπορεί να μη φαίνεται πάντα, αλλά υπάρχει στις απλές πράξεις. Σε ανθρώπους που βοηθούν χωρίς να περιμένουν κάτι πίσω, σε ομάδες που προσφέρουν, σε ανθρώπους που διαθέτουν τον χρόνο τους για κάποιον άλλο. Σε δύσκολες εποχές ο άνθρωπος έχει ανάγκη τον άνθρωπο. Και αυτό δεν αλλάζει.
Η μουσική και ο πολιτισμός συχνά αντιμετωπίζονται ως κάτι «δευτερεύον». Μπορεί ο πολιτισμός να λειτουργήσει ως κοινωνική ανάγκη και όχι μόνο ως ψυχαγωγία;
Ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ένας τρόπος να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας. Η μουσική μπορεί να σε διασκεδάσει, αλλά μπορεί επίσης να σε κάνει να θυμηθείς, να συγκινηθείς και να συναντήσεις έναν άλλον άνθρωπο. Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι κοινωνική ανάγκη, ιδιαίτερα σε περιόδους που οι άνθρωποι απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον. Στο τέλος, αυτό που έχει σημασία είναι να μη χάσουμε τον άνθρωπο μέσα σε όλα όσα κάνουμε.
