Κωλοτούμπα Μαξίμου για το άρθρο 23

Μετά τη γενική κατακραυγή, η κυβέρνηση απέσυρε άρον άρον το «δώρο» για τους servicers και τις τράπεζες

Με τη γίδα στην πλάτη πιάστηκε πολιτικά η κυβέρνηση για το «δώρο» που επιχείρησε να περάσει προς τους servicers, αναγκαζόμενη να αποσύρει το άρθρο 23 του νομοσχεδίου για τα «κόκκινα» δάνεια. Μετά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και του δικηγορικού κόσμου, πήρε πίσω τη διάταξη, επιχειρώντας να περιορίσει το πολιτικό κόστος, ενώ προηγουμένως την παρουσίαζε ως εθελοντική και προστατευτική για τους δανειολήπτες.

Η επίμαχη πρόβλεψη θα επέτρεπε στις εταιρίες διαχείρισης να χρησιμοποιούν την ίδια τη συμφωνία ρύθμισης για να προχωρούν σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς. Δεν θα χρειαζόταν να προηγηθεί δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, καθώς το έγγραφο που θα υπέγραφε ο πολίτης θα αποτελούσε από μόνο του εκτελεστό τίτλο.

Πώς θα χανόταν η ρύθμιση

Το άρθρο προέβλεπε ότι ο δανειστής θα μπορούσε να καταγγείλει τη συμφωνία όταν οι συνολικές καθυστερήσεις ξεπερνούσαν την αξία τριών δόσεων. Δεν απαιτούνταν, δηλαδή, να πρόκειται για συνεχείς απλήρωτες δόσεις. Θα αρκούσαν συσσωρευμένες καθυστερήσεις μεγαλύτερες από το συγκεκριμένο ποσό.

Για παράδειγμα, ένας δανειολήπτης με μηνιαία δόση 500 ευρώ θα κινδύνευε να χάσει τη ρύθμιση εφόσον οι καθυστερήσεις υπερέβαιναν συνολικά τα 1.500 ευρώ. Από εκεί και πέρα, οι συνέπειες δεν θα περιορίζονταν στην απαίτηση των απλήρωτων δόσεων. Θα αναβίωνε το χρέος στο ύψος που βρισκόταν πριν από τη ρύθμιση, αφαιρουμένων των ποσών που είχαν καταβληθεί. Επομένως, ο δανειολήπτης θα μπορούσε να χάσει και το «κούρεμα» που είχε εξασφαλίσει.

Αν, για παράδειγμα, οφειλή 100.000 ευρώ είχε περιοριστεί με τη συμφωνία στα 70.000 ευρώ, η καταγγελία θα μπορούσε να επαναφέρει την απαίτηση στα 100.000 ευρώ, με αφαίρεση των πληρωμών που είχαν γίνει και εφαρμογή των προβλεπόμενων όρων εκτοκισμού.

Οι δικηγορικοί σύλλογοι είχαν ζητήσει την άμεση απόσυρση της διάταξης υπό τη λογική ότι αποδυνάμωνε τις ουσιώδεις εγγυήσεις της δικαστικής προστασίας, αφού η σύμβαση ρύθμισης οφειλής αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου.

Ο servicer θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει απευθείας το συμφωνητικό για να αρχίσει την αναγκαστική είσπραξη. Μετά τις απαιτούμενες επιδόσεις και τις νόμιμες προθεσμίες, θα μπορούσαν να ακολουθήσουν κατασχέσεις λογαριασμών και ακινήτων και στη συνέχεια πλειστηριασμοί.

Ο δανειολήπτης δεν θα είχε τη δυνατότητα ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, αφού τέτοια διαταγή δεν θα εκδιδόταν. Θα παρακαμπτόταν ολόκληρο αυτό το στάδιο, μαζί με την αντίστοιχη δυνατότητα αμφισβήτησης. Διαφορετικό ζήτημα παραμένει η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, την οποία το υπουργείο υποστήριζε ότι διατηρούσε ο οφειλέτης. Η διάταξη θα αφορούσε επίσης εγγυητές και συνοφειλέτες που είχαν υπογράψει τη συμφωνία, εκθέτοντας και τη δική τους περιουσία στις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Τι υποστήριζε το υπουργείο

Η κυβέρνηση υπερασπιζόταν τη ρύθμιση επικαλούμενη τον εθελοντικό χαρακτήρα της. Υποστήριζε ότι ο πολίτης θα συναινούσε στην υπογραφή και ότι η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη παρέμενε κατοχυρωμένη. Η συναίνεση, όμως, δεν αναιρούσε το πρόσθετο εργαλείο που θα αποκτούσαν οι servicers, εάν ο δανειολήπτης αδυνατούσε αργότερα να πληρώσει.

Την απόσυρση ανακοίνωσε ο υφυπουργός Δημήτρης Μαρκόπουλος, επιμένοντας ότι η διάταξη ήταν σωστή και αποδίδοντας τις αντιδράσεις σε παραπλανητική παρουσίαση από την αντιπολίτευση. Παράλληλα, κάλεσε τα κόμματα να υπερψηφίσουν το υπόλοιπο νομοσχέδιο, υποστηρίζοντας ότι η απόρριψή του θα εξυπηρετούσε τα funds και τους servicers.