Η πολιτική μας τάξη μοιάζει με τα γυαλιά του Μακρόν: Υπέρλαμπρα, απόμακρα και υπεροπτικά
Την περασμένη εβδομάδα έχασαν τη ζωή τους λόγω της κακοκαιρίας μια πενηνταπεντάχρονη εκπαιδευτικός στη Γλυφάδα και ένας πενηντάρης λιμενικός στην Αρκαδία. Οι τηλεοράσεις το βράδυ της απώλειάς τους μας έδειξαν τα πρόσωπά τους θολά. «Φλουταρισμένα», στη σκηνοθετική αργκό.
- Του Μανώλη Κοττάκη
Δεν μετέδωσαν καν τα ονόματά τους. Για το σύστημα και τις περίφημες νομοθεσίες προσωπικών δεδομένων οι εκλιπόντες ήταν «η πενηνταπεντάχρονη» και ο «λιμενικός». Αναλώσιμοι εντελώς.
Προχθές έχασαν αδόκητα τη ζωή τους πέντε Ελληνίδες μάνες, οι οποίες εργάζονταν σε νυχτερινή βάρδια σε εργοστάσιο παραγωγής μπισκότων στα Τρίκαλα, εξαιτίας μιας τρομακτικής έκρηξης που, κατά τα φαινόμενα, οφείλεται σε διαρροή προπανίου. Τα κανάλια και πάλι τον «χαβά» τους τις πρώτες ώρες. Ούτε επώνυμα ούτε πρόσωπα στις οθόνες μας, τίποτε. Θολότης και ομίχλη. Μόνον αριθμοί.
Θέλω να ρωτήσω κάτι: Ολοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν μήπως εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου που προστατεύονται δήθεν από το τεκμήριο της αθωότητας; Γι’ αυτό κρύβουν οι τηλεοράσεις τα πρόσωπά τους; Γι’ αυτό τα μουντζουρώνουν; Ηταν ήρωες του υποκόσμου, άραγε; Μήπως διέπραξαν το έγκλημα να είναι φιλήσυχοι ανώνυμοι στη ζωή τους, εξ ου και καταδικάστηκαν οριστικώς στην ανωνυμία ακόμη και την τελευταία μέρα του βίου τους;
Γιατί, αν ήταν επώνυμοι, μην έχετε αμφιβολία: Το πρόσωπό τους θα είχε μεταδοθεί και θα είχε προκληθεί πανελλήνια συγκίνηση! Μόνο στην Ελλάδα οι διακρίσεις συνεχίζονται και μετά θάνατον. Σε τελική ανάλυση, τέτοια είναι η παρακμή, ούτε τους ήρωές μας δεν είμαστε ικανοί να ξεχωρίσουμε από τα λαμόγια που απολαμβάνουν πανελλήνια δημοσιότητα στις εξεταστικές και στις μεταμεσονύκτιες εκπομπές!
Χάσαμε την ουσία
Θέτω αυτό το ζήτημα που μοιάζει περιφερειακό, αλλά δεν είναι, γιατί εμείς εδώ στην Αθήνα χωρίς ενσυναίσθηση και με τον απέραντο κυνισμό της καθημερινότητας έχουμε νομίζω χάσει την ουσία των πραγμάτων. Μαζί με τα ξερά καίμε και τα χλωρά. Αντί να δίνονται στη δημοσιότητα ομού και οι φωτογραφίες των ανευθύνων που οδηγούν μεθυσμένοι τις ακριβές τους Πόρσε και σπέρνουν τον θάνατο σε νέα παιδιά (ως παραδείγματα προς αποφυγήν) και οι φωτογραφίες με τα ονόματα των Ελληνίδων μητέρων που εργάζονταν τη νύχτα για να μεγαλώνουν τα παιδιά τους τη μέρα (ως ηθική αναγνώριση μετά θάνατον), εμείς έχουμε καταστεί ουδέτερο κράτος.
Αναίσθητο κράτος. Κράτος ασυγκίνητο στην αυθαιρεσία και την παρανομία, κράτος ασυγκίνητο και στη θυσία. Πολιτεία της οποίας τα μέσα ενημέρωσης αφιερώνουν ώρες επί ωρών τηλεοπτικού χρόνου σε διάφορες ασήμαντες «περσόνες» στα πρωινάδικα, στα μεσημεριανάδικα και στα 2night show αλλά ούτε μισό πλάνο στους αληθινούς ήρωες της ζωής. Ποιοι ήταν, πώς μεγάλωσαν, τι αγαπούσαν, τι τους συνάρπαζε, τι όνειρα έκαναν, γιατί αναγκάστηκαν να «βροντοχτυπούν τις χάντρες». Σημασία!
Συμφωνώ βεβαίως ότι στην υπόθεση των Τρικάλων, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, είναι μέγα θέμα η αύξηση των εργατικών ατυχημάτων/δυστυχημάτων. Και τούτο διότι αναδεικνύει ότι υπάρχει πράγματι Μεσαίωνας στην Ελλάδα και δεν φταίει γι’ αυτό η Καρυστιανού, που λιθοβολήθηκε τις προάλλες για μια παρόλα της, αλλά η ευρύτερη Πολιτεία. Χιλιάδες κόσμος τρέχει σαν τον Βέγγο και ανεβαίνει τον προσωπικό γολγοθά για τη ζωή του, για την οικογένειά του και για το σπίτι του, αλλά η κυβέρνηση πανηγυρίζει! Πανηγυρίζει γιατί βρήκε μια δουλειά μετά 15 χρόνια κρίσης, γιατί μειώθηκε η ανεργία, γιατί πληρώνεται καμιά υπερωρία, γιατί καταβάλλεται το στοιχειώδες, ο κατώτατος μισθός, με τη μισή αγοραστική δύναμη του παρελθόντος και γιατί το 13ωρο είναι «συναινετική επιλογή» μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη.
Υπάρχει όμως κάτι πολύ μεγαλύτερο για να συζητήσουμε, πέραν της ασφάλειας στις επιχειρήσεις. Η μοίρα. Ακουσα χθες τον υπουργό Επικρατείας Ακη Σκέρτσο να δηλώνει στον Γιώργο Μουρούτη και τον Δημήτρη Στούμπο στον Σκάι ότι η καταγωγή μας δεν πρέπει να είναι η μοίρα μας. Πολύ ωραίο! Μόνο που το πολιτικό μας σύστημα δεν κάνει τίποτε για να αλλάξει τη μοίρα αυτών των ανθρώπων, αντιθέτως κάνει τα πάντα για να τους καθηλώσει ώστε να διαχειρίζεται τη μοίρα τους. Κάνει τα πάντα για να μπορούν να βγάζουν μετά βίας το πρόσωπό τους έξω από το νερό και μόλις να αναπνέουν, αυτή να είναι η φυλακή τους.
Ενώ θα έπρεπε να αλλάζει αυτή τη μοίρα. Αυτό που εμείς ξέρουμε αλλά πολλοί στην Αθήνα όχι, εξαιτίας του ιδρυματισμού τους, είναι ότι η περιφέρειά μας ζει σε έναν Μεσαίωνα που επιμελώς κρύβει για να μη χάσει την αξιοπρέπειά της και τα λογικά της. Μεσαίωνα κανονικό, όχι σαν τον Μεσαίωνα που κατήγγειλαν οι βουβουζέλες του συστήματος, τα συνήθη παλιόπαιδα, επειδή ένας άνθρωπος τόλμησε να προφέρει την απαγορευμένη λέξη για ένα «λυμένο» κοινωνικό θέμα τις προάλλες. Θέλω να ρωτήσω την πολιτική μας τάξη και ιδιαιτέρως την ηγεσία μας: Αισθάνεται υπερήφανη που αναγκάζει γυναίκες να εργάζονται σαν τις σκλάβες στο βαθύ σκοτάδι για να μπορούν να είναι μητέρες και να ανατρέφουν σωστά τα παιδιά τους στο φως της ημέρας;
Αυτή είναι η αξία που δίδει στην έννοια της πυρηνικής οικογένειας; Αισθάνεται υπερήφανη που, αν γίνει η στραβή, οι γυναίκες αυτές, οι οποίες ήταν «ομάδα στόχος» για τις εκλογές, υποβαθμίζονται αμέσως σε έναν αριθμό, «η πενηνταπεντάχρονη», χωρίς ιδιοπροσωπία στα μέσα ενημέρωσης; Και μετά διαμαρτύρεται αυτό το σύστημα για την αστάθεια; Για μια Καρυστιανού, για έναν Βελόπουλο και μια Κωνσταντοπούλου; Μα ο ηθικός αυτουργός της αστάθειας είναι ακριβώς αυτό το σύστημα που κάθε φορά που βρίσκεται απέναντι στον εαυτό του και στις πράξεις του τις προσπερνά αδιάφορο για να πάει «παρακάτω». Τόσο παρακάτω που θεάται πλέον και τον γκρεμό.
Απελπισία
Λυπούμεθα, αλλά δεν θέλουμε να είναι αυτή η Ελλάδα του μέλλοντος. Και όσο βλέπουμε ότι αυτή παραμένει σήμερα η Ελλάδα δακρύζουμε και ας μην είναι ταινία με τον Βασίλη Καΐλα. Μοιάζει όμως: Ο εικοστός αιώνας μέσα στον εικοστό πρώτο. Εάν η πολιτική μας τάξη ήθελε να ανακτήσει ένα δωδεκατημόριο από την παλαιά αξιοπιστία και αίγλη της, θα έπρεπε να πάει στα Τρίκαλα και να μείνει σκυφτή, σιωπηρή, ταπεινή πάνω από τις σορούς αυτών των γυναικών. Μόνο έτσι θα μας αποδείκνυε ότι καταλαβαίνει κάτι λίγο από όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα εδώ και καιρό. Το προτείνω, αλλά δεν είμαι αισιόδοξος. Η πολιτική μας τάξη μοιάζει με τα γυαλιά του Μακρόν: Υπέρλαμπρα, απόμακρα και υπεροπτικά. Ξένα.

