Τις ημέρες των εορτών το έχουμε συνήθεια, η παρέα μας, να πίνουμε τον καφέ μας και να σχολιάζουμε τον χρόνο που φεύγει.
Βεβαίως, όπως κάνουν όλοι οι κάπως μεγαλύτεροι -και όπως θα κάνουν και οι σημερινοί νέοι όταν θα μεγαλώσουν-, πάντα θα θυμηθούμε τα παλιά και θα αποφανθούμε ότι «περνούσαμε καλύτερα». Στην ουσία, δεν περνούσαμε καλύτερα, αφού οι δρόμοι στις γειτονιές μας ήταν χωματόδρομοι, αφού πλημμύριζαν και γίνονταν λάσπη μες στις βροχές, αφού υπήρχαν ένα σωρό ασθένειες, αφού δεν είχαμε την αφθονία των αγαθών αλλά και των ευκαιριών που έχουν οι σημερινοί νέοι, αφού, αφού, αφού…
Κι όμως, θα πούμε «τι καλά που ήταν τότε», μόνο και μόνο επειδή δεν είμαστε πλέον τόσο νέοι, όσο θα θέλαμε να ήμασταν…
Εκείνο, όμως, που -χωρίς αμφιβολία- ήταν πολύ καλύτερο τότε ήταν η ανθρώπινη επικοινωνία. «Κοιτάξτε στο διπλανό τραπέζι» λέω στους φίλους. Δίπλα, λοιπόν, καθόταν μια οικογένεια. Ο πατέρας, η μητέρα, η γιαγιά και τα δύο παιδιά. Ο πατέρας κάτι ψάχνει στο κινητό του. Η μικρή κόρη έχει μπροστά της ένα τάμπλετ και παίζει ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι.
Η μαμά δείχνει στο αγοράκι πώς να χρησιμοποιήσει το δικό του τάμπλετ που μόλις του έχουν -προφανώς- κάνει δώρο. Μόνο η γιαγιά δεν έχει κάποια οθόνη μπροστά της. Αλλά και εκείνη φαίνεται ότι κοιτάζει την οροφή της καφετέριας, προφανώς σκεπτόμενη κάποια άλλα χρόνια, που είχε τον άνδρα και τα παιδιά της, χωρίς αυτή την «αιχμαλωσία» της οθόνης και της πληροφορικής.
Συμφωνήσαμε όλοι ότι στα δικά μας νεανικά χρόνια υπήρχε αυτό που σήμερα κοντεύει να χαθεί τελείως. Η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και δη μεταξύ των μελών της οικογένειας.
Δεν υπήρχαν τότε αυτές οι οθόνες-παγίδες. Στα μωρά έδινες μια «κουδουνίστρα» ή τα έπαιρνες αγκαλιά και τους έλεγες τραγουδάκια, τους έκανες διάφορες γκριμάτσες. Δηλαδή, επικοινωνούσες μαζί τους. Τώρα, από νήπια τους δίνεις αγκαλιά μια οθόνη και τα αφήνεις να παλεύουν με σκίτσα, με τερατάκια, με κύβους. «Ναι, αλλά οξύνεται περισσότερο το μυαλό» σου λένε. Δηλαδή γιατί οξύνεται το μυαλό με ένα «πακ-μαν» και δεν οξυνόταν με το «άσπρη πέτρα ξέξασπρη κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη»; Μήπως λύνεται καλύτερα η γλώσσα αν ακούς τα επιφωνήματα πόνου από τα παιχνίδια-εξολοθρευτές απ’ ό,τι λυνόταν με το «ο γιος του Ρουμπή, του Κουμπή, του ρουμποκομπολογή»;
Ο,τι και να μου πείτε δεν θα με πείσετε. Ολα μπορεί να είναι καλύτερα σήμερα, αλλά εκείνο που έχει χαθεί, δηλαδή η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, δεν αντικαθίσταται με καμία οθόνη και κανένα τάμπλετ.
Καλή μας χρονιά!
Από τη στήλη «Ακίς» της «Δημοκρατίας»

