Απλετο φως στις μεγάλες κόντρες, αλλά και στα κρίσιμα διλήμματα που φαίνεται ότι κυριαρχούσαν στους διαδρόμους -και βέβαια στις συνεδριάσεις- της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), λίγο πριν καταρρεύσει η κυπριακή οικονομία τον Μάρτιο του 2013, έριξαν με ένα ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό δημοσίευμά τους την Παρασκευή οι «New York Times». Ενα δημοσίευμα που, όπως σχολίαζαν εύστοχα το Σαββατοκύριακο πολλοί οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές, «ουσιαστικά αποτελεί και την πρώτη διαρροή των άκρως εμπιστευτικών πρακτικών στην ιστορία της ΕΚΤ», από μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία το θέμα της διαχείρισης της κρίσης στην ευρωζώνη ήδη προκαλούσε διαφωνίες ανάμεσα στους φορείς χάραξης πολιτικής σε επίπεδο Ε.Ε.
Το ρεπορτάζ αφορά τα πρακτικά του Δ.Σ. της ΕΚΤ από τον Μάιο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2013, δηλαδή μόλις δύο μήνες πριν από το αμφιλεγόμενο «πακέτο διάσωσης» της Κύπρου, τα οποία αποκαλύπτουν ότι στις συνεδριάσεις της περιόδου εκείνης συχνά έρχονταν στην επιφάνεια εντάσεις κυρίως ανάμεσα στη Γερμανία και τις μικρότερες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Κύπρος και η Ελλάδα.
Το άρθρο των «New York Times» αποκαλύπτει ότι, όταν η οικονομία της Κύπρου κατέρρεε μετά την κατάρρευση της δεύτερης σε μέγεθος κυπριακής τράπεζας το 2013, η ΕΚΤ αντιμετώπιζε το δίλημμα «να κρατήσει ζωντανή τη Λαϊκή Τράπεζα της Κύπρου με βραχυπρόθεσμα δάνεια ή να τη βγάλει από τη μηχανική υποστήριξη;».
Υπό τον φόβο μιας ενδεχόμενης μετάδοσης της κρίσης σε περίπτωση κατάρρευσης της τράπεζας, το Δ.Σ. της ΕΚΤ ενέκρινε το έκτακτο δάνειο που είχε ζητήσει ένα εκ των μελών του, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στα τέλη του 2011. Καθώς πλησίαζε το 2013, τα βραχυπρόθεσμα δάνεια προς τη Λαϊκή Τράπεζα είχαν φτάσει τα 9 δισ. ευρώ -περίπου τα 2/3 του μεγέθους της κυπριακής οικονομίας- και ο Γενς Βάιντμαν, ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας, υποστήριζε επίμονα ότι ήταν υπερβολικά μεγάλη αυτή η έκθεση.
Η αξία των ενεχύρων
Ο Βάιντμαν επέμεινε στην άποψη ότι η ΕΚΤ διακινδύνευε στηρίζοντας τη Λαϊκή Τράπεζα, ενώ υποστήριζε ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου παρουσίαζε διογκωμένη την αξία των ενεχύρων, ώστε να διασφαλίσει μεγαλύτερα δάνεια. Ετσι, υποστήριζε ότι ο νέος πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Πανίκος Δημητριάδης προσπαθούσε να υποβαθμίσει τα προβλήματα της Λαϊκής για να τη διατηρήσει σε λειτουργία.
Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του, ο Βάιντμαν υποστήριξε ότι οι αναλυτές της ΕΚΤ εκτιμούσαν πως τα περιουσιακά στοιχεία που διατηρούσε η Λαϊκή στην Κεντρική Τράπεζα είχαν παρουσιαστεί διογκωμένα κατά περίπου 1,3 δισ. ευρώ. Ο Βάιντμαν επέμενε να μη δοθούν τα δάνεια, τονίζοντας ότι «αν προσφέρθηκε έκτακτη ρευστότητα χωρίς το κατάλληλο ενέχυρο, το θέμα είναι σοβαρό». Βάσει των πρακτικών, ο Δημητριάδης απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν και τόνισε ότι οι δικοί του αναλυτές αντιλαμβάνονταν καλύτερα τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, παρά οι ομόλογοί τους στη Φρανκφούρτη.
