Στοιχεία-σοκ για τις αυτοχειρίες, που ξεπερνούν ακόμα και τη μαύρη εποχή των Μνημονίων. Μια Λευκάδα έχει χαθεί από το 2010 έως το 2025, με μακάβριο απολογισμό 8.104 απώλειες
Ο ι συνάνθρωποί μας που χάθηκαν από το πρώτο Μνημόνιο ως τώρα αντιστοιχούν στον πληθυσμό ενός μεγάλου νησιού, όπως η Λευκάδα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, από το 2010 ως το 2025 είναι 8.104 άνθρωποι αυτοί που αυτοκτόνησαν στην Ελλάδα. Και ο μακάβριος απολογισμός συνεχίζεται, αφού και οι πρώτες ενδείξεις του 2026 είναι εξίσου ανησυχητικές. Μόνο το τελευταίο 20ήμερο έχουν γνωστοποιηθεί μέσω των ΜΜΕ επτά περιπτώσεις αυτοχειριών.
- Από τους Βασίλη Γαλούπη, Ιωάννα Τσέφλιου
Αυτό που σοκάρει, όμως, είναι ότι οι περισσότερες δηλωμένες αυτοκτονίες ανά έτος δεν καταγράφηκαν τελικά εντός των μνημονιακών ετών 2010-2018, αλλά πρόσφατα. Δηλαδή το 2022 και το 2025, σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας «Κλίμακα».
Πέρυσι καταγράφηκαν 579 περιστατικά αυτοκτονίας και το 2022, δηλαδή προς το τέλος της πανδημικής κρίσης, 581. Κι όλα αυτά, όταν επί Μνημονίων τα μακάβρια ρεκόρ ήταν 565 το 2014 και 567 το 2018. Ακόμα και οι μέσοι όροι ανά έτος είναι ουσιαστικά ίδιοι, κάτι που ουδείς θα περίμενε, αφού θεωρείται πως τα μαύρα χρόνια της δεκαετίας του 2010 έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Η «δημοκρατία» δεν καταγράφει απλώς τα τελευταία στατιστικά δεδομένα από την «Κλίμακα», που επί μηνιαίας βάσης συμπεριλαμβάνει ως εξειδικευμένος φορέας όλα τα στοιχεία με μεγαλύτερες ταχύτητες από την ΕΛ.ΣΤΑΤ., αλλά προχωρεί ένα βήμα παραπέρα.

Ζητήσαμε τη γνώμη τεσσάρων ειδικών προκειμένου να δώσουν τις εξηγήσεις τους για ποιον λόγο οι αυτοκτονικές τάσεις επιμένουν, παρά το τέλος των Μνημονίων. Οι απαντήσεις τους ρίχνουν φως στα ερωτήματα και καταδεικνύουν τις ελλείψεις στην πρόληψη του φαινομένου. Η Αρτεμις Τσίτσικα, καθηγήτρια και εθνική εκπρόσωπος UNESCO, εκτιμά πως τα lockdowns της πανδημίας ενίσχυσαν την απομόνωση και διέκοψαν κρίσιμες αναπτυξιακές εμπειρίες, όπως οι σχέσεις, ενώ από την καθημερινή της εμπειρία διαπιστώνει πως οι γονείς είναι εξουθενωμένοι από διαδοχικές κρίσεις και δυσκολεύονται να στηρίξουν τα παιδιά.
Προσθέτει χαρακτηριστικά: «Τα τελευταία χρόνια οι γονείς βιώνουν αλλεπάλληλες κρίσεις (ενεργειακές, οικονομικές, κοινωνικές) και δυσκολεύονται πολύ στην καθημερινότητα». Στις απαντήσεις των ειδικών της «Κλίμακας» υπάρχει η επισήμανση πως η πρόληψη στην Ελλάδα δεν είναι ακόμη επαρκώς οργανωμένη, αφού «λείπει μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική, ενώ ρόλο παίζουν η παρατεταμένη οικονομική πίεση, η αίσθηση αδικίας και ο θυμός», που μπορούν να αποσταθεροποιήσουν ευκολότερα προϋπάρχουσα ευαλωτότητα.
Η Νάντια Μαγκλάρα, επίκουρη καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής ΕΚΠΑ, δηλώνει στη «δημοκρατία»: «Βλέπουμε εφήβους να ρωτούν “ποιος είναι ο ανώδυνος τρόπος να πεθάνω”, με τη μοναξιά να έχει αυξηθεί σημαντικά, ιδιαίτερα στους νέους μετά την πανδημία». Τέλος, ο ψυχίατρος Μανώλης Μυλωνάκης τονίζει: «Ζούμε απελπιστικά πράγματα, άνθρωποι δεν αντέχουν την επόμενη ημέρα και αυτοκτονούν». Εξηγεί μάλιστα πως «η περίοδος των Μνημονίων μεγάλωσε την κατηγορία των αυτοχείρων που επειδή εξευτελίστηκαν, τερμάτισαν τη ζωή τους».
Η «δημοκρατία» παρουσιάζει μια πλήρη καταγραφή των επίσημων στοιχείων αυτοκτονιών στην Ελλάδα πριν από τα Μνημόνια, στην εποχή της τρόικας και στο σήμερα. Η διαπίστωση είναι σοκαριστική: Η απελπισία της καθημερινότητας, κυρίως οικονομική και ψυχολογική, ήρθε τελικά για να μείνει μετά τα Μνημόνια αλλά και την πανδημία. Η κοινωνία μας, κυρίως η Πολιτεία, έχει κάθε λόγο να αφυπνιστεί και να αντιμετωπίσει το διογκούμενο πρόβλημα.
«Μεγαλύτερη η επιβάρυνση για τους μεταξύ 50 με 54 ετών»
Η αυτοκτονικότητα εξακολουθεί να αποτελεί μια διαρκή και σιωπηλή κρίση στην Ελλάδα. Πίσω από τους αριθμούς, οι ειδικοί βλέπουν ένα σύνθετο πλέγμα ευαλωτότητας, κοινωνικής πίεσης και ψυχικής απορρύθμισης, το οποίο απαιτεί έγκαιρη παρέμβαση και οργανωμένη πρόληψη.
Ο ψυχίατρος, επιστημονικός διευθυντής του Κέντρου για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας «Κλίμακα» και εθνικός αντιπρόσωπος στη Διεθνή Ενωση για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας (IASP) Κυριάκος Κατσαδώρος, περιγράφει στη «δημοκρατία» μια πραγματικότητα που «δεν επιτρέπει εφησυχασμό». Σύμφωνα με τα στοιχεία της «Κλίμακας», οι ηλικίες που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη επιβάρυνση είναι οι 50-54 ετών, με ποσοστό 13,2%, ενώ ακολουθούν οι ηλικίες 45-49 και 20-24 ετών. Οπως επισημαίνει ο επιστημονικός διευθυντής, διαχρονικά οι άνδρες ηλικίας 45-64 ετών αποτελούν έναν ιδιαίτερα ευάλωτο πληθυσμό, ενώ ανησυχητικά είναι και τα δεδομένα για τους εφήβους.

«Στις ηλικίες 14-19 ετών καταγράφονται υψηλά ποσοστά αυτοτραυματισμού, στοιχείο που αποτελεί προειδοποιητικό δείκτη για μελλοντική συμπεριφορά» αναφέρει. Πίσω από αυτή την εικόνα, ο κ. Κατσαδώρος περιγράφει έναν μηχανισμό συσσώρευσης πίεσης και ευαλωτότητας που συχνά περνά απαρατήρητος. «Υπάρχουν κρίσεις που απομονώνουν, παρατεταμένη οικονομική πίεση, αίσθηση αδικίας, θυμός, μοναξιά και απουσία οργανωμένης υποστήριξης. Αυτές οι συνθήκες μπορούν να αποσταθεροποιήσουν ευκολότερα μια προϋπάρχουσα ευαλωτότητα» τονίζει, παραπέμποντας στην αύξηση των αυτοκτονιών κατά την οικονομική κρίση της περιόδου 2009-2015.
Η εικόνα αποτυπώνεται όλο και πιο έντονα και στη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018, η οποία λειτουργεί σε 24ωρη βάση. Σύμφωνα με τον ψυχίατρο, «έχει αυξηθεί ο αριθμός των σοβαρών κλήσεων», δηλαδή περιστατικών άμεσου αυτοκτονικού κινδύνου, που απαιτούν εξειδικευμένη διαχείριση. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει, ο κ. Κατσαδώρος υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στερείται ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πρόληψης.
«Η πρόληψη της αυτοκτονίας δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί επαρκώς οργανωμένη» σημειώνει, εξηγώντας ότι «το βασικό κενό είναι η απουσία μιας ολοκληρωμένης εθνικής ετρατηγικής», που θα συντονίζει παρεμβάσεις, εκπαίδευση, καταγραφή και συνεχή φροντίδα. Οπως τονίζει, η αντιμετώπιση της αυτοκτονικότητας δεν μπορεί να περιορίζεται στη στιγμή της κρίσης. «Απαιτείται μια ολοκληρωμένη, πολυεπίπεδη στρατηγική δημόσιας υγείας» υποστηρίζει, σημειώνοντας πως θα συνοδεύεται από ενίσχυση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ανάπτυξη τηλεψυχιατρικής και κινητών μονάδων, συνεχή παρακολούθηση έπειτα από απόπειρες και έγκαιρη αναγνώριση της ευαλωτότητας.
Οι συμβουλές της «Κλίμακας» προς τους πολίτες
Ο επιστημονικός διευθυντής της «Κλίμακας» δίνει μέσω της εφημερίδας μας χρήσιμες συμβουλές προς υποστήριξη ατόμων με αυτοκτονικές τάσεις. «Οταν ένας άνθρωπος αλλάζει, χρειάζεται προσοχή. Μπορεί να μένει περισσότερο μόνος, να γίνεται πιο σιωπηλός ή να μη συμμετέχει σε δραστηριότητες που παλαιότερα τον ευχαριστούσαν. Σημαντικές είναι και οι αλλαγές στις συνήθειες: διαταραχές ύπνου, αυξημένη χρήση αλκοόλ, πτώση στη δουλειά. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται να πλησιάσουμε το άτομο με ηρεμία και ενδιαφέρον» εξηγεί ο Κυριάκος Κατσαδώρος και συνεχίζει:

«Αν υπάρχει ιστορικό προηγούμενης απόπειρας, σοβαρής ψυχικής διαταραχής ή αυτοκτονίας στην οικογένεια, η ανησυχία πρέπει να λαμβάνεται ακόμη πιο σοβαρά. Ο πολίτης δεν χρειάζεται να γίνει ειδικός. Χρειάζεται όμως να μη μείνει αμέτοχος, να σταθεί κοντά, να κινητοποιήσει βοήθεια, να προτείνει επικοινωνία με επαγγελματία ψυχικής υγείας».
«Σημαντικός παράγοντας η οικονομική εξαθλίωση»
Η οικονομική εξαθλίωση με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη μεγάλη μερίδα πολιτών αποτελεί, σύμφωνα με τον ψυχίατρο Μανώλη Μυλωνάκη, έναν από τους παράγοντες που οδηγούν στην αυτοκτονία. «Η περίοδος των Μνημονίων μεγάλωσε την κατηγορία των αυτοχείρων που επειδή στριμώχτηκαν, εξευτελίστηκαν, τερμάτισαν τη ζωή τους. Και σήμερα είναι δύσκολη η κατάσταση, δίχως αμφιβολία. Το ξέρουν όσοι προσπαθούν καθημερινά για τα αναγκαία. Ζούμε απελπιστικά πράγματα. Τέτοιο πράγμα δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα» αναφέρει και προσθέτει: «Υπάρχουν ψυχικά άρρωστα άτομα, που πάσχουν από σχιζοφρενική ψύχωση ή κατάθλιψη, αλλά κι άτομα που δεν αντέχουν να ζήσουν την επόμενη ημέρα, δεν μπορούν την κοινωνική κατακραυγή κι αυτοκτονούν».

«Εφηβοι ρωτούν για ανώδυνους τρόπους θανάτου»
Η πανδημία και τα διαδοχικά lockdowns φαίνεται πως άφησαν ένα βαθύ ψυχικό αποτύπωμα και στους εφήβους, με τους ειδικούς να καταγράφουν αύξηση σε άγχος και αυτοτραυματισμούς. Η απομόνωση, η εξάρτηση από τις οθόνες και η αποδυνάμωση των ανθρώπινων σχέσεων συνθέτουν πλέον ένα νέο και απαιτητικό περιβάλλον για τη νεότερη γενιά, με παιδοψυχιάτρους να προειδοποιούν πως πίσω από την αύξηση αυτοκτονιών κρύβεται μία γενιά που μεγαλώνει υπό πίεση.
Η επίκουρη καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής ΕΚΠΑ και γραμματέας Παιδοψυχιατρικής Εταιρείας Ελλάδος Νάντια Μαγκλάρα τονίζει στη «δημοκρατία» ότι «η μοναξιά έχει αυξηθεί σημαντικά, ιδιαίτερα στους νέους μετά την πανδημία», επισημαίνοντας πως τα lockdowns και η απομόνωση δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον ψυχικής πίεσης. Οπως εξηγεί, «σε κάποια συγκεκριμένα άτομα αυτό το αίσθημα της μοναξιάς μπορεί να σχετίζεται και με ένα αίσθημα αβοηθησίας», κάτι που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η καθηγήτρια και εθνική εκπρόσωπος UNESCO GHE για την Παγκόσμια Υγεία και Εκπαίδευση, Αρτεμις Τσίτσικα, η οποία υπογραμμίζει ότι «η ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων έχει επιδεινωθεί ιδιαίτερα μετά τον κορονοϊό». Σύμφωνα με την ίδια, «τα lockdowns ενίσχυσαν την απομόνωση και διέκοψαν κρίσιμες αναπτυξιακές εμπειρίες, όπως οι σχέσεις», ενώ «η κοινωνικοποίηση, που σε αυτές τις ηλικίες “ανθίζει”, ουσιαστικά ανεστάλη».
Οι δύο ειδικοί στέκονται ιδιαίτερα και στις επιπτώσεις της τεχνολογίας στη νέα γενιά. Η κυρία Τσίτσικα επισημαίνει ότι «πολλά παιδιά έμαθαν να επικοινωνούν μόνο μέσα από οθόνες», ενώ «αυξήθηκε η εξάρτηση από το διαδίκτυο, αλλά και οι ψηφιακές συμπεριφορές υψηλού κινδύνου». Οπως λέει, καταγράφεται αύξηση σε διαδικτυακό εκφοβισμό και τζόγο, ενώ «σημαντικός αριθμός εφήβων στρέφεται στο AI για απαντήσεις και συναισθηματική στήριξη».

Από την πλευρά της η κυρία Μαγκλάρα προειδοποιεί ότι «τα social media μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντας κινδύνου, ειδικά μέσω επικίνδυνων challenges», ενώ αποκαλύπτει ότι πλέον «βλέπουμε εφήβους να ρωτούν “ποιος είναι ο ανώδυνος τρόπος να πεθάνω” – αυτό είναι μια νέα πραγματικότητα». Την ίδια στιγμή η πίεση μεταφέρεται και μέσα στην οικογένεια. Η κυρία Τσίτσικα σημειώνει ότι «οι γονείς είναι εξουθενωμένοι από διαδοχικές κρίσεις (οικονομικές, κοινωνικές, ενεργειακές) και δυσκολεύονται να στηρίξουν τα παιδιά».

