Εβδομάδες μετά τη δυσοσμία που αναστάτωσε το λεκανοπέδιο, καμία οριστική απάντηση
Περισσότερες από τρεις εβδομάδες μετά τη μυστηριώδη δυσοσμία που προκάλεσε ανησυχία σε χιλιάδες κατοίκους της Αττικής, οι αρμόδιες Αρχές εξακολουθούν να μην έχουν δώσει σαφή και τεκμηριωμένη απάντηση για το τι ακριβώς συνέβη. Αντί για οριστικά συμπεράσματα, η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να κινείται στη σφαίρα των «πιθανών σεναρίων», αφήνοντας εύλογα ερωτήματα για την ετοιμότητα των κρατικών μηχανισμών να διαχειριστούν και να διερευνήσουν ένα τέτοιο περιστατικό.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Τα Νέα», η ομάδα AtmoHUB του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών κατέληξε στο επικρατέστερο σενάριο για την έντονη οσμή που έγινε αισθητή στις 19 Μαΐου, κυρίως στα νότια προάστια της Αττικής. Η έρευνα οδηγεί στη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Σαλαμίνας, με τους επιστήμονες να εκτιμούν ότι η πηγή της οσμής συνδέεται πιθανότατα με κάποιο πλοίο που βρισκόταν στην περιοχή.
Όπως αναφέρεται, οι ερευνητές αξιοποίησαν μαρτυρίες κατοίκων, μετεωρολογικά δεδομένα υψηλής ακρίβειας και εξειδικευμένες προσομοιώσεις, προκειμένου να ανασυνθέσουν την πορεία των αέριων μαζών. Τα μοντέλα έδειξαν ότι η διασπορά των αερίων ξεκίνησε από τις παράκτιες περιοχές και επεκτάθηκε προς ανατολικά, δυτικά και βόρεια, με κορύφωση του φαινομένου μεταξύ 12:00 και 15:00.
Καθοριστικό ρόλο στην ανάλυση έπαιξαν 164 αναφορές πολιτών. «Πήραμε τις μαρτυρίες και με μοντέλα 3D κάναμε ένα rewind στις αέριες μάζες, πήγαμε προς τα πίσω, για να εντοπίσουμε την πηγή της δυσοσμίας», δήλωσε ο διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και επικεφαλής του AtmoHUB, Βασίλης Αμοιρίδης.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «το τελικό εύρημα είναι ότι πιθανότατα προήλθε από τη θαλάσσια περιοχή νοτιοανατολικά της Σαλαμίνας και επομένως συσχετίζεται με κάποιο πλοίο που βρισκόταν στην περιοχή. Είναι πιθανό να πρόκειται για πλοίο μεταφοράς υγραερίου – LPG».
Καμία επίσημη ενημέρωση
Παρά τα ευρήματα αυτά, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία επίσημη ενημέρωση για το τι συνέβη, εάν υπήρξε διαρροή και ποιο πλοίο ενδέχεται να εμπλέκεται. Μάλιστα, το Λιμενικό Σώμα πραγματοποίησε έρευνα σε πλοία μεταφοράς αερίου, χωρίς ωστόσο να καταγραφεί ή να αναφερθεί κάποιο σχετικό περιστατικό.
Σύμφωνα με τον κ. Αμοιρίδη, η ουσία που προκάλεσε την έντονη οσμή ήταν πιθανότατα προπάνιο ή βουτάνιο. «Αυτά είναι άοσμες ουσίες, ωστόσο όταν οι εταιρείες θέλουν να εντοπίσουν μια πιθανή διαρροή προσθέτουν μερκαπτάνες, οι οποίες μυρίζουν», εξήγησε, επισημαίνοντας ότι αποκλείστηκαν τόσο το φυσικό αέριο όσο και κάποιο φυσικό αίτιο. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι «σε κάθε περίπτωση, το προπάνιο και το βουτάνιο δεν είναι τοξικά και επικίνδυνα για τον άνθρωπο».
Οι επιστήμονες εξέτασαν και το ενδεχόμενο η οσμή να προερχόταν από τις εγκαταστάσεις της Ψυττάλειας. Ωστόσο, όπως ανέφερε ο επικεφαλής του AtmoHUB, «ερευνήσαμε και το σενάριο να ήρθε η οσμή από την Ψυττάλεια, επειδή υπήρχε δυτικό ρεύμα εκείνη την ημέρα και μπορεί να είχε φτάσει στην Αθήνα, αλλά η αξιοποίηση των διαθέσιμων μαρτυριών δείχνουν ότι υπάρχουν λιγότερες πιθανότητες για αυτό».
Δεν συλλέχθηκε δείγμα αέρα την ώρα εκδήλωσης του φαινομένου
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο που αναδεικνύεται από την υπόθεση είναι ότι δεν συλλέχθηκε δείγμα αέρα την ώρα εκδήλωσης του φαινομένου. Όπως αναφέρεται στο ίδιο δημοσίευμα, ειδικοί επιστήμονες είχαν επισημάνει στην ερευνητική ομάδα του Inside Story ότι μια τέτοια δειγματοληψία θα μπορούσε να δώσει ακριβή απάντηση για την ουσία που «πότισε» την ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας.
Παράλληλα, πηγές από το Σώμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος φέρονται να δήλωσαν ότι δεν είχαν ειδοποιηθεί και δεν γνώριζαν την προέλευση της οσμής. Αν και οι υπηρεσίες αυτές είναι αρμόδιες για παρεμβάσεις και δειγματοληψίες σε έκτακτα περιστατικά, η αρμοδιότητά τους περιορίζεται σε υγρά και στερεά υλικά, γεγονός που αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για το ποιος ήταν τελικά υπεύθυνος να κινητοποιηθεί άμεσα σε ένα περιστατικό ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Το AtmoHUB αποτελεί τον εθνικό κόμβο πληροφόρησης για την ατμοσφαιρική σύσταση στην Ελλάδα, συντονίζεται από την ομάδα NOA-ReACT του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και υποστηρίζεται από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα παρακολούθησης της ατμόσφαιρας Copernicus CAMS.
