Την ετυμηγορία του για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη οικογενειακή υπόθεση που απασχόλησε τις δικαστικές αρχές του Βόλου εξέδωσε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, κρίνοντας ένοχους δύο γονείς μόνο για το αδίκημα της απειλής, ενώ τους απάλλαξε από τις σοβαρότερες κατηγορίες που αντιμετώπιζαν.
Η υπόθεση αφορά καταγγελία 14χρονης, η οποία είχε υποστηρίξει ότι υπήρξε θύμα κακοποιητικής συμπεριφοράς μέσα στο οικογενειακό της περιβάλλον και είχε εγκαταλείψει το πατρικό της σπίτι, επιλέγοντας να διαμένει με τη θεία της.
Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, το δικαστήριο αθώωσε τους δύο 36χρονους γονείς για τις κατηγορίες της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της έκθεσης, ωστόσο τους έκρινε ενόχους για απειλή, επιβάλλοντάς τους ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή.
Η φράση που οδήγησε στην καταδίκη
Σύμφωνα με όσα εξετάστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης, η καταδίκη συνδέθηκε με τη φράση που φέρονται να απηύθυναν στην ανήλικη: «έλα σπίτι και θα σε περιποιηθούμε».
Το δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη φράση στοιχειοθετεί το αδίκημα της απειλής, χωρίς ωστόσο να προκύπτουν επαρκή στοιχεία για τις υπόλοιπες κατηγορίες που είχαν αποδοθεί στους γονείς.
Η καταγγελία στο «Χαμόγελο του Παιδιού»
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2025, όταν η 14χρονη απευθύνθηκε στο «Χαμόγελο του Παιδιού» καταγγέλλοντας ότι δεχόταν κακοποίηση από τους γονείς της.
Μετά την καταγγελία, η ανήλικη αποχώρησε από το σπίτι και εγκαταστάθηκε στη θεία της, αδελφή του πατέρα της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, σχεδόν έναν χρόνο αργότερα εξακολουθεί να αρνείται να επιστρέψει στην οικογένειά της.
Στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης πραγματοποιήθηκε αυτοψία στην κατοικία της οικογένειας από κοινωνικές υπηρεσίες. Όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, οι κοινωνικοί λειτουργοί διαπίστωσαν ότι επρόκειτο για παλαιά και παραμελημένη κατοικία, με συνθήκες που κρίθηκαν ακατάλληλες για τη διαβίωση και ανατροφή παιδιών.
Οι γονείς υποστήριξαν ότι η οικονομική τους κατάσταση δεν τους επέτρεπε να μετακομίσουν σε καλύτερο σπίτι, ενώ επισήμαναν πως δεν επιθυμούσαν να αλλάξουν σχολικό περιβάλλον σε ακόμη ένα παιδί της οικογένειας, το οποίο αντιμετωπίζει δυσλεξία. Παράλληλα αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι άσκησαν οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης στην κόρη τους.
Οι μαρτυρίες στο δικαστήριο
Υπέρ των γονέων κατέθεσαν μία γειτόνισσα και η νονά του τρίτου παιδιού της οικογένειας, οι οποίες επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς τους και υποστήριξαν ότι δεν είχαν αντιληφθεί περιστατικά βίας.
Από την πλευρά της πολιτικής αγωγής κατέθεσε η θεία της ανήλικης, η οποία αναφέρθηκε στις συνθήκες διαβίωσης μέσα στο σπίτι και υποστήριξε ότι δεν τηρούνταν οι απαραίτητοι κανόνες υγιεινής.
Παράλληλα περιέγραψε τη μητέρα της 14χρονης ως άτομο με περιορισμένη καθημερινή δραστηριότητα και αψυχολόγητη συμπεριφορά.
Τι είχε καταγγείλει η 14χρονη
Κατά τη διαδικασία αναγνώστηκε και η καταγγελία της ανήλικης, στην οποία περιέγραφε περιστατικά που, όπως υποστήριξε, είχε βιώσει. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η μητέρα της τη χτυπούσε όταν ήταν εκνευρισμένη. Σε μία περίπτωση, όπως κατήγγειλε, την έσπρωξε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί πάνω σε έπιπλο, ενώ σε άλλο περιστατικό τη χτύπησε με κοντάρι σκούπας. Η 14χρονη υποστήριξε επίσης ότι κατά διαστήματα δεχόταν βία και από τον πατέρα της.
Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ο τραυματισμός της ανήλικης ούτε στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα της έκθεσης, οδηγώντας στην απαλλαγή των γονέων για τις συγκεκριμένες κατηγορίες.
Έτσι, η μοναδική πράξη για την οποία κρίθηκαν ένοχοι ήταν η απειλή, με το δικαστήριο να επιβάλλει ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή.
